Tag: Μελίνα Κριτσωτάκη

  • Ρίγανη: Μία καλλιέργεια με αξιόλογες αποδόσεις και θεραπευτικές ιδιότητες

    Ρίγανη: Μία καλλιέργεια με αξιόλογες αποδόσεις και θεραπευτικές ιδιότητες

    * της γεωπόνου Μελίνας Κριτσωτάκη

    mkritsotakiΣαν καλλιέργεια είναι αρκετά επικερδής, απαιτεί λίγες καλλιεργητικές φροντίδες ενώ αξιοποιεί ποικιλία εδαφών και κλιμάτων από παραθαλάσσιες έως ορεινές περιοχές. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση των εκτάσεων στο εξωτερικό λόγω της μεγάλης ζήτησης που έχει στη βιομηχανία τροφίμων, στη φαρμακοβιομηχανία και στην αρωματοθεραπεία με αντικείμενο την παρασκευή αιθέριων ελαίων.

    Αναφερόμαστε στη ρίγανη, ένα πολυετές ποώδες φυτό που ανήκει στην κατηγορία των αρωματικών φυτών. Είναι ίσως από τα πιο γνωστά μυρωδικά της μεσογειακής κουζίνας ενώ στην αρχαιότητα τη θεωρούσαν σύμβολο ευτυχίας και συνήθιζαν να βάζουν κλαδιά της σε γαμήλια στεφάνια.

    Η Τουρκία, η Αίγυπτος και η Τυνησία παράγουν και εξάγουν μεγάλες ποσότητες αρωματικών. Στην Ελλάδα παρότι κλιματολογικά ευνοείται η καλλιέργεια της ρίγανης, δεν έχει αναπτυχθεί αρκετά, με τις περισσότερες ποσότητες να είναι άγρια ρίγανη που μαζεύεται από το βουνό. Είναι θάμνος κοντός και φρυγανώδης με φύλλα χνουδωτά. Όταν ανθίζει την περίοδο του καλοκαιριού (Ιούνιο – Αύγουστο) τα άνθη της έχουν χρώμα άσπρο και μωβ. Δεν είναι φυτό απαιτητικό σε θρεπτικά στοιχεία καθώς έχει μικρές απαιτήσεις σε άζωτο, φώσφορο και κάλιο όμως ο συνδυασμός αυτών των τριών βασικών στοιχείων με επάρκεια ιχνοστοιχείων δίνει πολύ καλύτερη παραγωγή. Η ρίγανη μπορεί να καλλιεργηθεί και ως ξηρικό είδος αφού όσο λιγότερα ποτίσματα κάνουμε τόσο περισσότερο αιθέριο έλαιο θα έχει.

    Τα φυτά κατά την εγκατάσταση στο χωράφι αλλά και μετά τη συγκομιδή τους απαιτούν πότισμα ώστε να αντεπεξέλθουν καλύτερα από το σοκ. Τα σπορεία της ετοιμάζονται είτε τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου (φθινοπωρινή εγκατάσταση) είτε μέσα Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου (ανοιξιάτικη εγκατάσταση). Η συγκομιδή της ξεκινάει από το δεύτερο έτος ενώ ικανοποιητικές αποδόσεις δίνει από το τρίτο έτος και μετά. Στο κόστος παραγωγής το μεγαλύτερο ποσοστό δαπανών καταλαμβάνουν το αναλώσιμο κεφάλαιο και το κόστος καταπολέμησης των ζιζανίων. Επιπροσθέτως, πρέπει να υπολογιστεί και το κόστος της ξένης εργασίας (μηχανική) κατά την περίοδο της συγκομιδής.

    Η συλλογή των φυτών γίνεται με χορτοκοπτικό μηχάνημα όταν αυτά είναι σε πλήρη άνθηση και σε ύψος έως 10 εκατοστά πάνω από το έδαφος. Δεν πρέπει να συγκομίζεται η ρίγανη ύστερα από βροχή αλλά μετά από μια βδομάδα περίπου για να είναι στεγνή. Η ποσότητα που συλλέγεται μεταφέρεται για ξήρανση είτε σε χώρο με σκιά είτε σε ξηραντήριο. Η μέση απόδοση σε ξηρό βάρος φτάνει τα 100-150 κιλά ανά στρέμμα, με ελάχιστη τα 50 κιλά. Ανάλογα με την προσφορά και την καλλιεργητική χρονιά τα έσοδα μπορούν να φτάσουν και τα 1.000 ευρώ, ειδικά όταν η καλλιέργεια είναι πιστοποιημένη βιολογικά.

    timesriganis
    Τιμές ρίγανης κατά έτος (Πηγή: Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης)

    Η Ελλάδα θεωρείται μία από τις πλουσιότερες χώρες σε αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά, είναι αναγκαίο όμως να υπάρξει η απαιτούμενη οργάνωση για να αξιοποιηθούν. Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον συγκεκριμένο κλάδο είναι μικρές αλλά το μέγεθός τους δεν είναι περιοριστικό, όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα στη διεθνή αγορά, διότι η ελληνική ρίγανη θεωρείται πολύ καλή ποιοτικά. Άλλωστε, ανήκει σε μια κατηγορία φυτών των οποίων η παγκόσμια αγορά ξεπερνά τα 20 δις. Οι περισσότερες εκτάσεις εντοπίζονται κυρίως στη Μακεδονία, τη Θράκη και τη Θεσσαλία με τις κυριότερες χώρες προορισμού των ελληνικών εξαγωγών να είναι οι ΗΠΑ και η Γερμανία.

    Αρνητικοί παράγοντες στην καλλιέργειά της, θα σημειώναμε, πως είναι οι εξής:

    Δυσκολία στην εξασφάλιση διάθεσης της παραγωγής λόγω ελλιπούς σύνδεσης πρωτογενούς παραγωγής και βιοµηχανιών τυποποίησης/συσκευασίας ή παραγωγής αιθέριων ελαίων.
    Μη επαρκής προώθηση της καλλιέργειας µέσω καινοτόµων συσκευασιών ή/και αξιοποίησης τους από τις βιοµηχανίες/βιοτεχνίες παραγωγής αιθέριων ελαίων.
    Έλλειψη πληροφόρησης και ενηµέρωσης των αγροτών σχετικά με τις δυνατότητες εµπορίας της ρίγανης µε αποτέλεσµα οι περισσότερες προσπάθειες να αποτυγχάνουν λόγω απουσίας κατάλληλης επενδυτικής στρατηγικής.
    Στο παλιότερο μέτρο 123Α «Αύξηση της αξίας των γεωργικών προϊόντων» του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης 2007-2013 δινόταν η δυνατότητα υποβολής επενδυτικών προτάσεων για ίδρυση, εκσυγχρονισμό, επέκταση ή μετεγκατάσταση μονάδων τυποποίησης και επεξεργασίας αρωματικών φυτών. Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδότηση μέσω αυτής της δραστηριότητας ήταν η ύπαρξη αναγνωρισμένης ομάδας παραγωγών. Τα ποσοστά επιχορήγησης διέφεραν και ξεκινούσαν από το 35% για τις μικρές επιχειρήσεις μέχρι και 65% (νησιά Αιγίου) ανάλογα με το ύψος της επένδυσης και την περιφέρεια στην οποία θα γινόταν η επένδυση. Όποιος παραγωγός μεμονωμένα ενδιαφέρεται να εγκαταστήσει ρίγανη στο χωράφι του θα πρέπει να γνωρίζει πως δεν πριμοδοτείται η φύτευση. Επίσης, μπορεί να υπογράψει συμβόλαιο με κάποια υπάρχουσα εταιρία τυποποίησης αρωματικών ώστε να πουλά σε αυτήν το τελικό προϊόν.

    Η ποιότητα της ρίγανης καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το συστατικό καρβακρόλη, που βρίσκεται στο ριγανέλαιο. Κυμαίνεται από 70% έως 85% στην καλλιεργούμενη ενώ σε αυτοφυείς πληθυσμούς μπορεί να ξεπεράσει και το 90%. Αυτό το στοιχείο αποτελεί και το συγκριτικό πλεονέκτημα της ελληνικής ρίγανης έναντι των ευρωπαϊκών. Πρέπει να σημειωθεί πως η απόδοση σε ριγανέλαιο έχει σχέση με την ποικιλία, το κλίμα, το έδαφος, το υψόμετρο, τις συνθήκες καλλιέργειας, κ.λπ. Το αιθέριο έλαιο της ρίγανης και τα συστατικά που το αποτελούν (θυμόλη) χρησιμοποιούνται για τις αντιμικροβιακές τους ιδιότητες στη βιομηχανία τροφίμων. Επίσης, παρουσιάζει ισχυρή αντιβακτηριακή δράση κατά διαφόρων μικροοργανισμών και αναστέλλει την ανάπτυξη μυκήτων. Επιπροσθέτως, πειράματα στο εργαστήριο (σε ποντίκια) έδειξαν αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες καθώς και επουλωτική δράση επί των τραυμάτων.

    Η ρίγανη παρουσιάζει, ακόμη, ισχυρή τοξική δράση εναντίον ιών και καρκινογόνων κυττάρων. Μελέτη του Πανεπιστημίου Georgetown έδειξε πως η ρίγανη καταπολεμά τα μικρόβια με τον ίδιο περίπου τρόπο που το κάνουν τα αντιβιοτικά όπως η πενικιλίνη, η στρεπτομυκίνη και η βανκομυκίνη. Αποτελέσματα μελέτης του Long Island University δείχνουν πως ένα συστατικό της θα μπορούσε δυνητικά να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία του καρκίνου του προστάτη. Ο ανθός της ως αφέψημα είναι αντισπασμωδικός ενώ «εξολοθρεύει» τα παράσιτα του εντέρου και τονώνει το πεπτικό σύστημα. Στη φύση, απωθεί εχθρούς και ασθένειες των φυτών προστατεύοντας όχι μόνο τον εαυτό της αλλά και τα διπλανά της φυτά. Τέλος, λίγη ρίγανη μέσα στην τροφή των πτηνών τα προστατεύει από αρρώστιες αφού είναι ένα από τα βότανα με τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε βιταμίνη C.

    ΠΡΟΣΟΧΗ: Λόγω υπερβολικής συλλογής άγριας ρίγανης κατά το παρελθόν απαγορεύεται πλέον η συλλογή της σε αρκετές περιοχές της χώρας. Αν θελήσετε, ωστόσο, να μαζέψετε από το βουνό και να αποξηράνετε οι ίδιοι ρίγανη φροντίστε να κόψετε πολύ μικρές ποσότητες. Επίσης, επιβάλλεται να αφήνετε πάντα ολόκληρα φυτά ακέραια.

  • Ο Δημήτρης Παπανικολάου μιλάει για το… κυνήγι!

    Ο Δημήτρης Παπανικολάου μιλάει για το… κυνήγι!

    mkritsotakiΣυνέντευξη στη γεωπόνο Μελίνα Κριτσωτάκη

    Η Μελίνα Κριτσωτάκη ζήτησε από τον γνωστό μπασκετμπολίστα Δημήτρη Παπανικολάου να της μιλήσει όχι για μπάσκετ αλλά για το κυνήγι, μια δραστηριότητα στην οποία αφιερώνει πολύ από τον ελεύθερό του χρόνο.

    Το κυνήγι είναι μια δραστηριότητα γνωστή από τους προϊστορικούς χρόνους καθώς ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την εξεύρεση της τροφής. Στην αρχαία Ελλάδα, λόγω ακριβώς της σπουδαιότητάς του “προστατευόταν” από μια Ολύμπια θεά, την Άρτεμη. Στον Μεσαίωνα με αυτό ασχολούνταν μόνο οι εύποροι ευγενείς ενώ στις μέρες μας είναι σημαντική η συμβολή του, ιδιαίτερα σε ορεινές αλλά και παραμεθόριες περιοχές, αφού ενισχύει τον εσωτερικό τουρισμό και συμβάλλει στην ενίσχυση της τοπικής οικονομίας. Με αφορμή την έναρξη, από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, του Εθνικού Διαλόγου για το κυνήγι ώστε να συν-διαμορφωθεί ένα κοινό πλαίσιο για αυτό σκέφτηκα να συναντήσω έναν άνθρωπο που γνώριζα από κοινούς μας γνωστούς πως αφιερώνει αρκετό από τον ελεύθερό του χρόνο σε αυτό.

    Έναν άνθρωπο με ήθος, όλα τα χρόνια της επαγγελματικής του καριέρας, μαχητικό ως αθλητή και πολύ ευθύ. Στα 18 μόλις του χρόνια ήταν ήδη Πρωταθλητής Ευρώπης και Κόσμου με τις Εθνικές Παίδων και Εφήβων αντίστοιχα, συμμετείχε 2 φορές σε Ολυμπιακούς Αγώνες (1996 και 2004) ενώ είναι ο πρώτος Έλληνας καλαθοσφαιριστής που έχει κατακτήσει 2 φορές το Triple Crown με 2 διαφορετικές ομάδες.
    Αναφέρομαι, φυσικά, στον Δημήτρη Παπανικολάου ο οποίος, όπως μου ανάφερε στη συνάντησή μας, έβγαλε την πρώτη του κυνηγετική άδεια το 1999. Το κυνήγι του προέκυψε από την αγάπη του για τη φύση και για τα σκυλιά. Από φίλους του, που ήταν ήδη κυνηγοί, μυήθηκε στα “μυστικά” του.

    Τι ράτσας ήταν το πρώτο σου σκυλί και τώρα με τι κυνηγάς; Αλήθεια, με τον ίδιο σκύλο μπορείς να κυνηγήσεις όλα τα θηράματα;

    Το πρώτο μου σκυλί ήταν ένα Κόκκερ Σπάνιελ αλλά τώρα πια κυνηγάω με ένα Κούρτσχααρ. Κανονικά τα κυνηγόσκυλα χωρίζονται σε φέρμας, δίωξης, επαναφοράς και ξεπετάχτες. Λίγο δύσκολο να επεξηγήσω αυτή τη διάκριση γιατί θα χρειαστεί χρόνος! Πάντως, με τον συγκεκριμένο σκύλο και αυτή τη ράτσα μπορεί να κυνηγήσει κάποιος διάφορα θηράματα.

    Τι σημαίνει για σένα το θέμα “Κυνήγι”;

    Είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Μιλάμε εδώ για αθλητικό κυνήγι, αυτό δηλαδή που καταπονείσαι. Ιδρώνεις για να ανέβεις σε ψηλά βουνά και, αν τύχει, ίσως καρπωθείς κάποια θηράματα μέσα από μια επίπονη όμως διαδικασία.

    Δημήτρη, προτιμάς το ελεύθερο κυνήγι ή τη συμμετοχή σε αγώνες;

    Στο παρελθόν είχα συμμετάσχει κάποιες φορές σε αγώνες αλλά λόγω του ότι δεν έχω τόσο ελεύθερο χρόνο για να τα προλαβαίνω όλα προτιμώ, συνήθως, το ελεύθερο κυνήγι. Στη χώρα μας έρχονται άτομα από το εξωτερικό για διοργανώσεις ή ελεύθερο κυνήγι. Κυρίως Ιταλοί, που “απλώνονται” όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά σε όλο τον κόσμο, μιας και είναι πολύ παθιασμένοι με αυτό.

    Ποιος είναι για σένα “πλούσιος” κυνηγότοπος;

    “Πλούσιος” κυνηγότοπος είναι αυτός που “γεμίζει” την ψυχή μας έλατα με μανιτάρια, τρεχούμενες πηγές και εσύ με καλή παρέα και τα σκυλάκια σου απολαμβάνεις την ησυχία του δάσους. Κατά καιρούς κι αναλόγως τις υποχρεώσεις μου, έχω κυνηγήσει σε όλη σχεδόν την Ελλάδα.

    Το κυνήγι είναι επικίνδυνη σαν δραστηριότητα; Απαιτείται να ξέρει κάποιος σκοποβολή;

    Η σκοποβολή δεν είναι απαραίτητη για την έκδοση κυνηγετικής άδειας αφού δεν είναι αυτοσκοπός να είναι κανείς εύστοχος και να σκοτώσει το θήραμα. Εγώ για παράδειγμα σπάνια κάνω σκοποβολή.
    Δυσάρεστο συμβάν, ευτυχώς, δεν μου έχει συμβεί τόσα χρόνια. Εκτός ίσως από το να κολλήσει το αμάξι μου και να μείνω έτσι για κάποιες ώρες…
    Γενικά, το κυνήγι είναι επικίνδυνο και πρέπει να τηρούνται κανόνες ασφαλείας. Για παράδειγμα, το όπλο θέλει προσοχή, πρέπει να έχεις καλή φυσική κατάσταση, να είσαι ενήμερος για τον καιρό, να έχεις φορτισμένο κινητό – gps κ.ά. Τα αγρίμια στην Ελλάδα δεν είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο εκτός, σπάνια βέβαια, καμιά αρκούδα ή κανένας τραυματισμένος αγριόχοιρος.

    Θα έλεγες πως είναι ακριβή σαν δραστηριότητα;

    Είναι ακριβή κυρίως για όσους κατοικούν στις μεγάλες πόλεις. Αυτό σχετίζεται πιο πολύ με τη βενζίνη και τα διόδια γιατί οι κυνηγότοποι είναι στην περιφέρεια, σε περιοχές της υπαίθρου, οπότε είναι αρκετά τα χιλιόμετρα που πρέπει να κάνει κάποιος. Επίσης, ένα κόστος το έχουν και τα όπλα, οι άδειες, η σωστή φροντίδα των σκύλων κ.ά.

    Έχουν κυνηγετική παιδεία οι Έλληνες; Οι κυνηγετικοί σύλλογοι πραγματοποιούν σεμινάρια/εκπαιδεύσεις στα μέλη τους;

    Σε κάθε χώρο υπάρχουν άνθρωποι με παιδεία και όχι. Το ίδιο ισχύει και στον κυνηγετικό χώρο αφού άλλωστε δεν είμαστε όλοι ίδιοι.
    Σεμινάρια και εκπαιδεύσεις γίνονται κατά καιρούς αλλά η συμμετοχή είναι μικρή. Μην ξεχνάμε όμως πως όλοι μας, άρα και τα περισσσότερα μέλη, έχουμε “γεμίσει” με αρκετές υποχρεώσεις.

    Πως θα μου σχολίαζες τον ρόλο των Μέσων Ενημέρωσης απέναντι στο κυνήγι;

    Θεωρώ πως υπάρχει μια λάθος εντύπωση από την πλειονότητα των μέσων ενημέρωσης για το κυνήγι καθώς όπλο δεν έχουν μόνο οι κυνηγοί. Ακούει κανείς στην τηλεόραση, για παράδειγμα, πως ένας κύκνος πυροβολήθηκε από κυνηγό αλλά μπορεί να είναι και από κάποιον κτηνοτρόφο ή μελισσοκόμο που οπλοφορεί.
    Το άγριο θήραμα είναι στη φύση η οποία του έχει δώσει τα ένστικτα επιβίωσης και μέσα από μια νόμιμη, και κυρίως ηθική, διαδικασία δεν διαπράττει κάποιος σε καμιά περίπτωση φόνο. Τα θηράματα καταναλώνονται και τιμώνται στο τραπέζι μας με καλούς φίλους και είναι προτιμότερα π.χ. από τα εμβολιασμένα κοτόπουλα. Δολοφονία είναι όταν σφαγιάζονται κατά εκατομμύρια οι γαλοπούλες και τ΄ αρνιά που δεν έχουν διέξοδο φυγής. Φόνος είναι, επίσης, όταν δολοφονούνται ζώα που είναι ελεύθερα στη φύση για να γίνουν τσάντες, μπότες, κ.τ.λ.

    Οι έλεγχοι για λαθροθηρία είναι επαρκείς;

    Λαθροθηρία υπάρχει όπως σε κάθε χώρο υπάρχουν, άλλωστε, παραβάτες και θα ήθελα να γίνουν αυστηρότερες οι ποινές γι΄αυτούς. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι τσουβαλιάζουμε εκατοντάδες χιλιάδες καθ’ όλα νόμιμους κυνηγούς οι οποίοι σαφώς και δεν έχουν σχέση με τους λαθροκυνηγούς. Νομίζω πως οι έλεγχοι είναι αποτελεσματικοί και μάλιστα οι κυνηγοί είμαστε η μόνη ομάδα που αυτοαστυνομεύεται. Μέσα στα έξοδα δηλαδή της κυνηγετικής άδειας πληρώνονται και οι θηροφύλακες που είναι η δική μας Αστυνομία.

    Πιστεύεις πως έχει μέλλον το κυνήγι στην Ελλάδα; Το νομοθετικό πλαίσιο βοηθά προς αυτή την κατεύθυνση;

    Το κυνήγι έχει μέλλον όσο μεταφέρεται στις νέες γενιές. Και αυτό πρέπει να γίνεται ιδίως τώρα που ζούμε σε μια εποχή που τα πάντα εκμοντερνίζονται και υπάρχουν τόσα πολλά ερεθίσματα που απομακρύνουν τον άνθρωπο από τη μητέρα φύση.
    Οι ισχύοντες νόμοι δεν είναι ασφυκτικοί μιας και είμαστε η μόνη χώρα που έχει ακόμα ελεύθερο κυνήγι. Απαιτείται βέβαια να βελτιωθεί η νομοθεσία γιατί υπάρχει μεγάλη δυστοκία εξέλιξης προς όφελος των θηραμάτων, των βιοτόπων αλλά και των ίδιων των κυνηγών. Δυστυχώς, πάντα θα υπάρχουν οι πολέμιοι και κυρίως οι αυτοαποκαλούμενοι οικολόγοι που θα λυμαίνονται ευρωπαϊκά κονδύλια χωρίς να έχουν πατήσει ποτέ σε βουνό.

    Από έναν αθλητή όπως ο Δημήτρης Παπανικολάου ο οποίος υπήρξε πρότυπο για πολλά παιδιά για τις επιδόσεις του στο γήπεδο, αλλά και για τη γενικότερη συμπεριφορά του, δεν θα μπορούσα για το τέλος παρά να του ζητήσω μια συμβουλή για κάποιον που σκέφτεται να ασχοληθεί με το κυνήγι. “Να μάθει καλά τη χρήση του όπλου και ν΄ ακολουθήσει τις συμβουλές των μεγαλυτέρων, όπως κάναμε όλοι μας. Μετά, βέβαια, μπορεί και να κολλήσει και να μην κυνηγάει μόνο τον ελεύθερό του χρόνο … γιατί είναι μικρόβιο. Όπως λέμε, δεν είναι χόμπυ αλλά τρόπος ζωής”, τα λόγια του.

    Τον ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο του!

  • Μπορούν οι γυναίκες της υπαίθρου να γίνουν…επιχειρηματίες;

    Μπορούν οι γυναίκες της υπαίθρου να γίνουν…επιχειρηματίες;

    mkritsotaki

    * της Μελίνας Κριτσωτάκη
    Γεωπόνου Αγροτικής Οικονομίας

    Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, μια επιχείρηση ανήκει σε γυναίκα όταν αυτή κατέχει το μεγαλύτερο μέρος του μετοχικού εταιρικού καφαλαίου και επίσης έχει την ευθύνη για τη λήψη όλων των αποφάσεων σχετικών με την ανάπτυξή της. Στην πραγματικότητα, πολλές επιχειρήσεις είναι μόνο στα χαρτιά για φορολογικούς λόγους στο όνομα μιας γυναίκας, ενώ οι αποφάσεις και όλη η λειτουργία τους ασκείται από τον σύζυγο.
    Κάτι αντίστοιχο παρατηρούμε πως συμβαίνει και στα Χρηματοδοτούμενα Προγράμματα για τη γεωργία και την ύπαιθρο.
    Για ποιους λόγους, όμως, ενώ οι γυναίκες της υπαίθρου έχουν τις ευκαιρίες και τα προσόντα (οι περισσότερες νέες της Ελληνικής περιφέρειας είναι πλέον μορφωμένες) να πρωταγωνιστήσουν στο “επιχειρείν” μένουν πίσω;

    Από διάφορες έρευνες παρατηρούμε πως οι γυναίκες της υπαίθρου ξεκινούν τις δραστηριότητές τους σχετικά αργά ηλικιακά. Συνήθως, αλλά χωρίς αυτό να είναι απόλυτη διαπίστωση, μετά που θα γίνουν μητέρες. Η παρουσία τους είναι σημαντική σε κλάδους όπως η μεταποίηση των προϊόντων πρωτογενούς παραγωγής, ο αγροτουρισμός, η τοπική γαστρονομία και τα προϊόντα οικοτεχνίας.
    Αυτό ερμηνεύεται από το γεγονός ότι η γυναικεία επιχειρηματικότητα γίνεται περισσότερο “από ανάγκη” για βιοπορισμό και για συμπλήρωση του οικογενειακού εισοδήματος.
    Επίσης, προτιμούν την κατεύθυνση της μεταποίησης καθώς είναι ευκολότερο για εκείνες να κερδίσουν την αποδοχή σε αυτό το, περισσότερο “φεμινιστικό”, επιχειρηματικό περιβάλλον.

    Ένα, ακόμη, σημαντικό στοιχείο είναι πως η γυναικεία επιχειρηματικότητα συνδέεται με την προϋπόθεση συνδυασμού του χρόνου στη δουλειά σε σχέση με τις οικογενειακές υποχρεώσεις. Για τις γυναίκες είναι σημαντική η ισορροπία μεταξύ οικονομικών στόχων και προσωπικής – οικογενειακής ζωής. Επιπροσθέτως, το εκπαιδευτικό υπόβαθρο αλλά και η εμπιστοσύνη στον εαυτό τους αποτελούν αποφασιστικούς παράγοντες εκδήλωσης επιχειρηματικής συμπεριφοράς. Ακόμη, παρατηρείται πως η συμπεριφορά των γυναικών επιχειρηματιών ως προς τις πηγές κεφαλαίου για την ίδρυση μιας επιχείρησης είναι διαφορετική από τους άνδρες.
    Οι γυναίκες, συνήθως, βάζουν οι ίδιες τα χρήματα για την ίδρυση της ή προσφεύγουν στο συγγενικό τους περιβάλλον γιατί είναι επιφυλακτικές στο να ρισκάρουν να εξαρτηθούν από ένα τραπεζικό δάνειο. Γενικά, αποφεύγουν τους “μεγάλους” και δύσκολα πραγματοποιήσιμους στόχους ενώ προτιμούν να κάνουν βήματα σταθερά και μικρά κάθε φορά.

    Ανασταλτικοί παράγοντες ενασχόλησης των γυναικών αποτελούν τα στερεότυπα των ρόλων που θέλουν τη γυναίκα στο σπίτι να ασχολείται με την ανατροφή των παιδιών. Επίσης, τις πιο πολλές φορές το οικογενειακό περιβάλλον δεν ενθαρρύνει και αν συνυπάρχουν και όποιου είδους προβλήματα η αυτοπεποίθηση των γυναικών “πέφτει” ακόμη περισσότερο.
    Οι, “κλειστές” κατά κόρον, κοινωνίες είναι επιφυλακτικές στην αποδοχή, τουλάχιστον στο αρχικό χρονικό διάστημα λειτουργίας, της επιχείρησης. Ακόμη, η προσωπική περιουσία των γυναικών είναι συνήθως περιορισμένη και ειδικά τώρα με την οικονομική κρίση δύσκολα χρηματοδοτούν μια επιχειρηματική τους ιδέα φοβούμενες την αποτυχία.

    Σίγουρα η εικόνα της γυναικείας επιχειρηματικότητας στην ύπαιθρο δεν είναι η ιδεατή και σαφώς πρέπει να “στηριχτεί”. Με ποιους τρόπους; Πρώτα απ’ όλα, απαιτείται πρόσθετη εμψύχωση για να συμμετέχουν και να εκδηλώσουν κάποια δραστηριότητα, μιας και νιώθουν περισσότερο πως έχουν επικουρικό ρόλο στο νοικοκυριό. Σε συνεργασία με συμβούλους θα ενδυναμωθούν εσωτερικά και θα κατανοήσουν καλύτερα τις απαιτήσεις της δράσης που τις ενδιαφέρει. Όπως προέκυψε από στοιχεία παλιότερων Leader οι γυναίκες συμμετείχαν ελάχιστα στις Γενικές Συνελεύσεις και τα Διοικητικά Συμβούλια των Τοπικών Ομάδων Δράσης (απουσία πάνω από 50% σε κάποιες περιοχές) όπως και στη διαβούλευση τοπικών προγραμμάτων. Ακόμη, πρέπει οπωσδήποτε να ενισχυθεί η πρόσβαση των γυναικών στην πληροφόρηση και να υπάρξουν οι κατάλληλοι δίαυλοι επικοινωνίας ώστε να φτάνει η πληροφορία απευθείας σε αυτές. Επίσης, τα διάφορα προγράμματα κατάρτισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρέπει να είναι καλά στοχευμένα και να προσφέρουν εκείνες τις γνώσεις που ενισχύουν το επιχειρηματικό πνεύμα βοηθώντας, παράλληλα, τις εκπαιδευόμενες να ξεπερνούν την όποια επιφυλακτικότητα έχουν.

    Επιπροσθέτως, γνώσεις τεχνολογιών πληροφορικής και προβολής – προώθησης στο διαδίκτυο αποτελούν σημαντικά ζητήματα στην ενίσχυση της γυναικείας επιχειρηματικότητας. Οι τοπικοί φορείς σε συνεργασία με τα εκπαιδευτικά ιδρύματα οφείλουν να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν τα κατάλληλα εκπαιδευτικά πακέτα ανάλογα με τα χαρακτηριστικά και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε Περιφέρειας. Οι υποδομές συμβουλευτικής σε περιφερειακό επίπεδο πρέπει όχι μόνο απλά να παρακολουθούν αλλά και να παράσχουν πολύτιμες πληροφορίες καθοδήγησης.

    Είναι επιτακτική, για την δημιουργία ανταγωνιστικών και καινοτόμων αγροτικών επιχειρήσεων, η μεταφορά των αποτελεσμάτων της έρευνας που γίνεται στα Πανεπιστήμια στην πραγματική αγροτική παραγωγή και στις ίδιες τις τοπικές κοινωνίες.
    Με τον τρόπο αυτό ενισχύεται το δέσιμο μεταξύ της επιστήμης και της κοινωνίας αλλά και κινητοποιούνται όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς (συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών ηγεσιών) να εφαρμόζουν το “συγκεκριμένο” με βάση τα αποτελέσματα της “μελέτης του συγκεκριμένου”.
    Ζητούμενο εξακολουθεί να είναι η απλοποίηση της γραφειοκρατικής διαδικασίας αφού οι χρονοβόρες διαδικασίες λειτουργούν συνήθως αποτρεπτικά για τις γυναίκες, ιδιαίτερα σε εκείνες της κάπως μεγαλύτερης ηλικίας και λιγότερων γνώσεων. Ακόμη και τώρα που η περίοδος που ζούμε δεν είναι και η καλύτερη, αν δεν ρισκάρουμε και δεν προσπαθήσουμε για κάτι καλύτερο, τότε αυτό το καλύτερο που περιμένουμε δεν θα έρθει ποτέ από μόνο του.