Tag: πακέτο

  • Συνέντευξη Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης Β.Αποστόλου στο MEGA για τις ανακτήσεις του “πακέτου Χατζηγάκη”

    Συνέντευξη Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης Β.Αποστόλου στο MEGA για τις ανακτήσεις του “πακέτου Χατζηγάκη”

    Δημοσιογράφος: Σας καλέσαμε για το θέμα που προέκυψε προχτές, από την απάντηση που δώσατε στη Βουλή όσον αφορά τις επιστροφές από το περίφημο «πακέτο Χατζηγάκη», αλλά ταυτοχρόνως βλέπουμε ότι οι αγρότες ξαναζεσταίνουν τα τρακτέρ και λένε ότι θα κατέβουν ξανά στην Αθήνα όταν θα συζητείται το ασφαλιστικό. Να τα πάρουμε ένα ένα τα πράγματα και να ξεκινήσουμε πρώτα απ΄ αυτή την απάντηση που δώσατε στη Βουλή ότι από το περίφημο «πακέτο Χατζηγάκη» πρέπει να πάρουμε πίσω 215 εκατ. ευρώ διότι έχουμε καταδίκη από το Ευρωπαϊκό δικαστήριο, θα πρέπει κατ’ αρχήν να ξεκινήσει αυτή η απόδοση από 12.000 αγρότες και κυρίως από αγρότες που έχουν πάρει από 5.000 ευρώ και πάνω τα οποία θα παρακρατάται από τις ενισχύσεις σε πέντε δόσεις

    Υπουργός: Κατ’ αρχάς επειδή είδα τον τίτλο που είχατε προηγούμενα «επιδοτήσεις επιστρέφουν οι αγρότες» δεν έχει καμία σχέση το ζήτημα των ανακτήσεων με τις επιδοτήσεις, για τον απλούστατο λόγο ότι οι ανακτήσεις και οι καταλογισμοί επιβλήθηκαν σε βάρος της χώρας μας επειδή χρησιμοποιήσαμε κρατικούς πόρους για να ενισχύσουμε τους αγρότες ερήμην της ΕΕ, το τονίζω το ερήμην της ΕΕ, διότι εάν τότε είχε τηρηθεί η διαδικασία της ενημέρωσης και της έγκρισης, ίσως δε φτάναμε στη σημερινή κατάσταση.

    Δημοσιογράφος: Τι χρήματα είναι αυτά υπουργέ;

    Υπουργός: Αυτά είναι χρήματα τα οποία έρχονται από τον κρατικό προϋπολογισμό, από την τσέπη του Έλληνα πολίτη και δόθηκαν στους αγρότες. Ήταν πράγματι μια δύσκολη περίοδος, αλλά δόθηκαν χωρίς να τεκμηριωθεί η αναγκαιότητα…

    Δημοσιογράφος: Χατιρικώς δόθηκαν αυτές οι ανακτήσεις, είπατε «αν τεκμηριωνόταν η αναγκαιότητα».

    Υπουργός: Μισό λεπτό διότι οι λέξεις είναι πολύ σημαντικές. Το «αν τεκμηριωνόταν η αναγκαιότητα» το καταλαβαίνουν οι αγρότες. Είχαν πρόβλημα αλλά για να δοθούν ενισχύσεις πρέπει να τεκμηριωθεί και να εγκριθεί από την ΕΕ.

    Δημοσιογράφος: Θυμάμαι εκείνη την περίοδο που έδωσε ο κ. Χατζηγάκης τα 500 εκατ. να είναι όλο το σύμπαν στους δρόμους και όλη η αντιπολίτευση να λέει «είναι λίγα τα 500 εκ. ευρώ, έπρεπε να τους δώσετε παραπάνω».

    Υπουργός: Δεν έγινε καμία ενημέρωση, δεν υπήρξε έγκριση. Υπάρχει μια διαδικασία, deminimis λέγεται, όπου όταν έχουμε πρόβλημα ενημερώνουμε ακριβώς ποιο είναι το πρόβλημα, και παίρνουμε την έγκρισή τους. Δεν έγινε αυτή η διαδικασία. Εγώ σας λέω ότι ακόμη και να μην έπαιρναν την έγκρισή τους, να είχαν κάνει την τεκμηρίωση. Ούτε καν την τεκμηρίωση δεν έκαναν…

    Δημοσιογράφος: και ο κ. Χατζηγάκης τότε με τον Καραμανλή πιέστηκε πάρα πολύ με τους αγρότες που του σφίξαν τη θηλιά, είδε το πολιτικό κόστος και έδωσαν τα λεφτά και εσείς τώρα μόλις οι αγρότες κατέβηκαν και ζέσταναν τις μηχανές και βγήκαν στους δρόμους και σφίξαν τη θηλιά της Κυβέρνησης, ορισμένα από αυτά που είχατε εξαγγείλει και πρέπει να γίνουν, τα πήρατε πίσω …

    Υπουργός: Θέλω να γίνει κατανοητό, διότι λυπάμαι, ότι και από πολλά μέσα ενημέρωσης δεν έχει γίνει κατανοητό τι κάνουμε και βεβαίως για να το καταλάβουν και οι αγρότες…

    Δημοσιογράφος: Δεν είναι μόνο η περίοδος Καραμανλή διότι ο υπουργός είπε στη Βουλή ότι από το 2002 μας ζητούν ανακτήσεις…

    Υπουργός: Άρα λοιπόν ερχόμαστε και έχουμε ένα πρόβλημα το οποίο το βρήκαμε εμείς, που λέγεται ανακτήσεις, καταλογισμοί περίπου 1,5 δις ευρώ, και δημοσιονομικές διορθώσεις – πρόστιμα άλλο 1,5 δις και λέμε τώρα να βάλουμε μια τάξη ν’ αντιμετωπίσουμε τα συγκεκριμένα ζητήματα

    Δημοσιογράφος: Για παράδειγμα εγώ πήρα επιδότηση, ανάκτηση όπως θέλετε πείτε το, τι θα πληρώσω;

    Υπουργός: Για να καταλήξουμε στο τι θα πληρώσεις πρέπει να ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση, να δούμε τα δεδομένα που θα έχουμε μπροστά μας, διότι όλη αυτή την περίοδο κάνουμε διαπραγμάτευση να μειώσουμε τα συγκεκριμένα ποσά που αφορούν ανακτήσεις. Στο «πακέτο Χατζηγάκη» είχαμε 420 εκατ. ευρώ και 720.000 αγρότες. Αυτή την ώρα που βγήκε η οριστική καταδικαστική απόφαση, έχουμε μειώσει την υποχρέωση στους 95.000 αγρότες και στα 215 εκατ. ευρώ. Δεν τέλειωσε η διαπραγμάτευση.
    Ερχόμαστε όμως και σε πρώτη φάση, μέσα από ειδική ρύθμιση που κάναμε σε νόμο προηγούμενα, νομοθετήσαμε να υπάρχει Κοινή Υπουργική Απόφαση, (όχι αφηρημένα και με διαδικασίες αναγκαστικής είσπραξης κλπ όπως γινόταν παλιά,), να ζητήσουμε από 12.000 αγρότες αυτή την ώρα, το κομμάτι των ενισχύσεων που πήραν από το «πακέτο Χατζηγάκη» από 5.000 ευρώ και πάνω. Αυτό αφορά μόλις στο 1,67 % των αγροτών, και θα κληθούν να επιστρέψουν τα χρήματα σ’ ένα βάθος πενταετίας με μια διαδικασία που θα έχει σχέση και με τις ενισχύσεις που δίνονται το Οκτώβρη- Νοέμβρη…

    Δημοσιογράφος: Εγώ είμαι αγρότης που πήρα 20.000 ευρώ τότε μου δόθηκαν αυτά τα χρήματα.

    Υπουργός: Πολλά είναι, αν πήρε κάποιος 20.000 ευρώ για ζημιές στον αγροτικό χώρο, τότε δεν μιλάμε για αγρότη από εκείνους για τους οποίους φωνάζουμε και θυσιαζόμαστε, δηλαδή για το 95% των αγροτών…

    Δημοσιογράφος: Όταν λέτε πάνω από 5.000 ευρώ, πόσοι είναι οι περισσότεροι…

    Υπουργός: Για κάποιους πολύ λίγους φτάνει να έχουν πάρει μέχρι 50.000 – 60.000 και 70.000 ευρώ…

    Ερχόμαστε λοιπόν και λέμε ότι οι ανακτήσεις θα γίνουν σε πέντε ετήσιες δόσεις η οποία θα είναι μια δόση κάθε χρόνο και θα έχει σχέση με τη βασική ενίσχυση – διότι αυτός που έχει πάρει 20.000 – 25.000 είναι σίγουρο ότι παίρνει βασική ενίσχυση αρκετά αυξημένη. Η υπουργική απόφαση θα ορίζει να γίνεται παρακράτηση σε πέντε χρόνια για να απαλύνουμε τους αγρότες.
    Δίνουμε μια μάχη όχι μόνο για το θέμα αυτό αλλά και για το φορολογικό, και το ασφαλιστικό των αγροτών. Σας λέω και πάλι ότι τουλάχιστον το 90% των αγροτών έχει μικρότερα ποσά.

    Ταυτόχρονα λέω ότι πρέπει να κάνουμε την κίνηση – βρισκόμαστε σε μια διαπραγμάτευση – , να δούνε οι Ευρωπαίοι ότι κι εμείς κάτι έχουμε κάνει. Ετοιμάζουμε την υπουργική απόφαση, αλλά εν τω μεταξύ αλλάζουν τα δεδομένα μέχρι να τους βρούμε.
    Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε στοιχεία του ΟΓΑ, στοιχεία του ΟΠΕΚΕΠΕ, να δούμε ποιοι έχουν πεθάνει κλπ. Θα τα δούμε όλα αυτά.
    Για αυτό σας λέω ότι έχουμε μια Κοινή Υπουργική Απόφαση που θα τα ορίζει. Δεν είναι μάλιστα απόφαση μόνο του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης είναι και του υπουργού Οικονομικών.
    Το θέμα των ανακτήσεων θα το πάμε επίσης και στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής ώστε όλες οι πολιτικές δυνάμεις να κληθούν να πάρουν θέση.
    Και ξεκαθαρίζω ότι όταν εμείς συζητάμε αυτό το θέμα με τους εταίρους και διαπραγματευόμαστε, έχουμε στο νου μας και τα 108 εκατ. ευρώ που έρχονται από το «πακέτο Κοντού» με τα δημητριακά και τα 550 εκατ. ευρώ για τις συνεταιριστικές οργανώσεις.

    Δημοσιογράφος: Όλα αυτά παράνομα δόθηκαν;

    Υπουργός: Βέβαια δόθηκαν παράνομα με βάση τους κοινοτικούς κανονισμούς. Από το 2002 υπάρχει η ενόχληση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα θέματα αυτά. Μιλάμε για τις συγκεκριμένες ενισχύσεις που αφορούν τις ανακτήσεις και ειδικότερα για το «πακέτο Χατζηγάκη», το «πακέτο Κοντού» 108 εκατ. Ευρώ για τα δημητριακά, το «πακέτο Μωραΐτη» 550 εκατ. ευρώ που είχε δοθεί στις συνεταιριστικές οργανώσεις. Αυτά έχουμε ως καταλογισμούς ύψους 1,35 δις ευρώ.

    Δεν έχουμε μόνο την οριστική καταδίκη αλλά έχουμε και απειλή που λέει «προσέξτε θα πάμε και στην επιβολή ημερήσιου προστίμου».

    Συνεχίζουμε τη διαπραγμάτευση και αλλάζουν και τα δεδομένα. Για παράδειγμα στο πρόσφατο Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας συζητήθηκε να διευρυνθεί η δυνατότητα των κρατών μελών για τις ενισχύσεις de minimis αντί για 15.000 ευρώ ανά εκμετάλλευση – μετά από έγκριση βεβαίως της ΕΕ- να μπορεί να πάει το ποσό στις 30.000 ευρώ. Αν ισχύσει κάτι τέτοιο θα αλλάξει τα δεδομένα και για τους δικούς μας καταλογισμούς.

    Το 2015 ήταν η πρώτη χρονιά που δεν επιβλήθηκε πρόστιμο στη χώρα μας διότι στο κομμάτι των κρατικών ενισχύσεων άρχισε να μπαίνει μια τάξη. Αυτό εγώ δεν θα το χρησιμοποιήσω στη διαπραγμάτευση;

    Δημοσιογράφος: Θέλετε κι εσείς να χαϊδέψετε τ΄ αυτιά των αγροτών…

    Δεν χαϊδεύουμε τα αυτιά των αγροτών στηρίζουμε τους πραγματικούς αγρότες και αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό. Οι αγρότες που μας απασχολούν είναι αυτό το 90% το 95%, εκεί είναι ο κορμός της αγροτιάς.
    Θα μπουν όλα τα ζητήματα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, είμαστε σε μια κινητικότητα.

    Δημοσιογράφος: Μπορεί ο αγρότης να δώσει αυτά τα λεφτά πίσω; Πότε θα γίνει η πρώτη ανάκτηση;

    Υπουργός: Αυτήν την ώρα δεν μπορώ να σας πω πότε θα γίνει η πρώτη δόση ανάκτησης γιατί είναι σε εξέλιξη η διαδικασία. Είτε θα είναι τον ερχόμενο Οκτώβρη είτε τον Οκτώβρη – Νοέμβρη της επόμενης χρονιάς.
    Δεν έχει χρονικό όριο εφαρμογής η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Τυπικά η χώρα μας άμεσα πρέπει να υλοποιήσει την απόφαση που λέει ότι 720 χιλιάδες αγρότες πρέπει να επιστρέψουν 421 εκατ. Όμως ήδη στη συμφωνία που έχουμε κάνει μέχρι τώρα πάνω στη διαπραγμάτευση οι 720 χιλιάδες έγιναν 95.000 αγρότες, τα 421 εκατ. έγιναν 215 εκατ. Κάνουμε τώρα την πρώτη κίνηση για επιστροφή σε αυτούς που είναι πάνω από 5.000 ευρώ σε βάθος πενταετίας.

    Κανείς δεν καλείται σήμερα να πληρώσει, αυτό θα γίνει σε βάθος χρόνου. Και όπως σας είπα καλείται να πληρώσει το 1,65% των Ελλήνων αγροτών που έλαβαν ενίσχυση από το «πακέτο Χατζηγάκη».

    Αυτοί που έλαβαν μεγάλες ενισχύσεις δεν είναι οι αγρότες που έχουν το πρόβλημα και δεν μπορούν να πληρώσουν.

    Ο αγρότης που έχει το πρόβλημα και δεν μπορεί να πληρώσει είναι αυτός που έλαβε ενισχύσεις από το «πακέτο Χατζηγάκη» κάτω από 5.000 ευρώ και αυτές οι περιπτώσεις αφορούν περίπου το 95% με 97% των Ελλήνων αγροτών.

    Δημοσιογράφος: Θα το δεχθούν οι αγρότες ή θα ξεσηκωθούν πάλι;

    Ο κορμός των αγροτών με τον οποίο ήρθαμε σε συνεννόηση δεν εξέφραζαν προβληματισμούς διότι δεν τους απασχολούσε αυτό το θέμα. Δεν είναι πλειοψηφία οι αγρότες που πήραν από το «πακέτο Χαζηγάκη» τις 15.000 και 20.000 ευρώ και από τους οποίους θα πάρουμε το 1/5.
    Αυτήν την ώρα ετοιμάζεται μια ΚΥΑ για 12.000 αγρότες για να πληρώσουν σε βάθος πενταετίας. Αυτήν την ώρα είμαστε σε μια διαπραγμάτευση με τους θεσμούς και ετοιμάζουμε την υπουργική απόφαση.

    Σχετικά με τη θεσμοθέτηση το εργόσημου

    Θεσμοθετούμε το εργόσημο που είναι ένα εργαλείο για να αντιμετωπιστεί η «μαύρη», αδήλωτη εργασία στον αγροτικό χώρο και πρέπει να αντιμετωπιστεί γιατί αυτοί οι πολίτες που δουλεύουν στις αγροτικές εργασίες έχουν το δικαίωμα να είναι ασφαλισμένοι να πληρώνονται κανονικά.

    Βεβαίως και ο αγρότης θα ωφεληθεί από αυτήν την διαδικασία διότι θα δικαιολογήσει τις δαπάνες του, το κόστος παραγωγής.
    Για το συγκεκριμένο θέμα η ΝΔ κατέθεσε ερώτηση στην Ευρωβουλή και λέει ότι «ο πρωθυπουργός θέλει να χρησιμοποιήσει το εργόσημο για να νομιμοποιήσει τους μετανάστες» και την ίδια ώρα η ΝΔ στις προτάσεις της για το αγροτικό χαρακτηρίζει το εργόσημο ως ένα εργαλείο…

    Ακολουθεί το link με το βίντεο της συνέντευξης του Υπουργού:
    http://www.megatv.com/megatvsk/default.asp?catid=39845&subid=2&pubid=35730016

  • Σε βάθος 5ετίας θα γίνει η επιστροφή των επιδοτήσεων του “πακέτου Χατζηγάκη”

    Σε βάθος 5ετίας θα γίνει η επιστροφή των επιδοτήσεων του “πακέτου Χατζηγάκη”

    Σε βάθος 5ετίας θα γίνει η επιστροφή των 215 εκατ. του λεγόμενου πακέτου Χατζηγάκη, από τους αγρότες, δήλωσε σήμερας ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Βαγγέλης Αποστόλου.

    Μιλώντας στο Μέγκα τόνισε ότι η ελληνική κυβέρνηση διαπραγματεύτηκε με την ΕΕ και κατάφερε να μειώσει το ποσό από 421 εκατ. σε 215 εκατ. και τους αγρότες που κληθούν να πληρώσουν από 720.000 σε 95.000. Ο κύριος Αποστόλου δεν ξεκαθάρισε πάντως το πότε θα καταβληθεί η πρώτη δόση αναφέροντας «Οκτώβριο, Νοέμβριο ή και του χρόνου».

    Ο κ. Αποστόλου υπογράμμισε πως η κυβέρνηση θεσμοθετεί πλέον το εργόσημο που θα καταπολεμήσει τη μαύρη εργασία στον αγροτικό τομέα

    πηγή: dikaiologitika.gr | megatv

  • Αποστόλου: “Η ανάκτηση σε αυτή τη φάση  θα περιοριστεί στο 1,65% του συνόλου των αγροτών του πακέτου Χατζηγάκη” (Βίντεο)

    Αποστόλου: “Η ανάκτηση σε αυτή τη φάση θα περιοριστεί στο 1,65% του συνόλου των αγροτών του πακέτου Χατζηγάκη” (Βίντεο)

    Βασικά σημεία της τοποθέτησης του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης Βαγγέλη Αποστόλου στη Βουλή για τις ανακτήσεις του «πακέτου Χατζηγάκη»

    Οι αρνητικές επιπτώσεις από τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν στον αγροτικό χώρο την τελευταία 25ετία βρίσκουν τη χαρακτηριστικότερη έκφρασή τους στους καταλογισμούς και τις δημοσιονομικές διορθώσεις που επιβλήθηκαν στη χώρα μας. Θα μας ταλανίζουν για πολλά χρόνια.

    Με την πρόσφατη δικαστική απόφαση της Ε.Ε. εξαντλήθηκαν οι δυνατότητες δικαστικής αντιμετώπισης του πακέτου Χατζηγάκη που το 2008 και το 2009, αγνοώντας ακόμη και τη συμβατική υποχρέωση να ενημερώσει την Ε.Ε., έδωσε κρατικές ενισχύσεις σε 725.000 αγρότες, ύψους 421 εκατ. ευρώ .
    Αν είχε κάνει αυτή τη κίνηση και τεκμηρίωνε την αναγκαιότητα των ενισχύσεων δε θα φτάναμε στη σημερινή κατάσταση .

    Επειδή όμως ήταν αναμενόμενη η δικαστική απόφαση αλλά και είχαμε πιεστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την ανάκτηση είχαμε ξεκινήσει σχετικές διαπραγματεύσεις.
    Οι διαπραγματεύσεις έχουν ήδη αποδώσει γι αυτό και το ποσό που θα πρέπει να ανακτηθεί από τους αγρότες δεν είναι τα 421 εκατ. ευρώ, είναι ήδη πολύ μικρότερο, γιατί χρησιμοποιήσαμε διάφορα «εργαλεία», όπως το δικαίωμα για ενισχύσεις de minimis, και το ποσό προς ανάκτηση δεν ξεπερνάει, τώρα πια, τα 215 εκατ. ευρώ.

    Το κυριότερο όμως είναι ότι απαλλάξαμε από αυτή την υποχρέωση τη συντριπτική πλειοψηφία των αγροτών.
    Από τους 725 χιλιάδες αγρότες που είχαν πάρει χρήματα από το πακέτο Χατζηγάκη η διαδικασία της επιστροφής αφορά πλέον μόνον τους 95 χιλιάδες που είχαν πάρει πάνω από 1.000 ευρώ.
    Και γι αυτούς τους 95.000 θα επιδιωχθεί να απαλλαγεί ένα πολύ μεγάλο μέρος , με εξαίρεση σε πρώτη φάση ένα μικρό τμήμα των αγροτών που έχει πάρει περισσότερα από 5.000 ευρώ και οι οποίοι θα κληθούν να επιστρέψουν μόνο τα ποσά που υπερβαίνουν τα 5.000 ευρώ και μάλιστα σε ετήσιες δόσεις, μέσω των ενισχύσεων που λαμβάνουν.
    Μιλάμε περίπου για 12.000 αγρότες που είναι σε αυτή την κατηγορία.

    Επομένως η ανάκτηση σε αυτή τη φάση θα περιοριστεί στο 1,65% του συνόλου των αγροτών του πακέτου Χατζηγάκη.
    Με αυτό τον τρόπο υπηρετείται και η συμμόρφωση προς τη δικαστική απόφαση, προς αποφυγή γνωστών περαιτέρω επιβαρύνσεων, αλλά και υπηρετούνται αυτονόητοι λόγοι κοινωνικής δικαιοσύνης.
    Η σχετική Κοινή Υπουργική Απόφαση, που καθορίζει ειδική διαδικασία ανάκτησης, όπως πρόσφατα με το ν.4351/2015 θεσπίστηκε, βρίσκεται στη παρούσα φάση σε επεξεργασία και όταν ολοκληρωθεί θα έρθει στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής.
    Εκεί θα κληθούν να πάρουν θέση οι δυνάμεις που ευθύνονται γι αυτή την κατάσταση.

    Γιατί τα πακέτα ανακτήσεων και δημοσιονομικών διορθώσεων που φορτώθηκαν οι Έλληνες αγρότες και συνολικά η ελληνική κοινωνία είναι πολλά, ξεπερνούν τα 3 δις ευρώ και πρέπει όλες οι πολιτικές δυνάμεις να πάρουν θέση.

  • Αραχωβίτης προς Αποστόλου για την καταδίκη του “πακέτου Χατζηγάκη”

    Αραχωβίτης προς Αποστόλου για την καταδίκη του “πακέτου Χατζηγάκη”

    Επίκαιρη Ερώτηση προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κατέθεσε ο βουλευτής Λακωνίας του ΣΥΡΙΖΑ κ.Σταύρος Αραχωβίτης, σχετικά με την ανάκτηση από το Ελληνικό Δημόσιο απευθείας από τους Έλληνες αγρότες των Κρατικών Ενισχύσεων ύψους 421 εκατομμυρίων Ευρώ της περιόδου 2008/2009 μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 8η Μαρτίου 2016.

    araxovitis

  • Με δύο έως και έξι ετήσιες δόσεις η επιστροφή των χρημάτων του “πακέτου Χατζηγάκη”

    Με δύο έως και έξι ετήσιες δόσεις η επιστροφή των χρημάτων του “πακέτου Χατζηγάκη”

    Για ποσά πάνω από 1.000 ευρώ και σε δόσεις ανάλογα με το ύψος του ποσού που αναλογεί, θα γίνει η επιστροφή των επιδοτήσεων από το περίφημο “πακέτο Χατζηγάκη”, καθώς είναι οριστική πλέον η απαίτηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μέσω του Ευρωδικαστηρίου, για την ανάκτηση του ποσού των 425 εκατ. ευρώ.

    Να θυμίσουμε ότι πρόκειται για χρήματα που είχαν δοθεί το 2009 με τη μορφή αποζημιώσεων για τις καταστροφές σε καλλιέργειες του 2008, επί υπουργίας του Σωτήρη Χατζηγάκη, τα οποία είχε δοθεί στους αγρότες που βρίσκονταν σε κινητοποιήσεις για να καμφθούν οι αντιστάσεις τους. Μάλιστα, τότε δεν υπήρχαν σε όλες τις περιοχές αποδεδειγμένα τέτοιου ύψους καταστροφές και ο ΕΛΓΑ είχε αναγκαστεί να δανειστεί, γιατί το ποσό ξεπερνούσε κατά πολύ τις τότε ασφαλιστικές εισφορές (οι οποίες ήταν περίπου 70 εκατ. ευρώ).

    Η απόφαση του δικαστηρίου αφορά σε αίτηση αναιρέσεως που είχε υποβληθεί από την ελληνική πλευρά, και είναι πλέον τελεσίδικη. Ετσι, έξι χρόνια μετά την καταβολή των χρημάτων, το ελληνικό Δημόσιο υποχρεώνεται να τα «πάρει πίσω» από τους αγρότες που τα εισέπραξαν, καθώς, όπως τονίζει η ανακοίνωση του δικαστηρίου, πρόκειται για παράνομες κρατικές ενισχύσεις, μη συμβατές με την εσωτερική αγορά της ΕΕ.

    Ακόμα και αν οι πληρωμές αφορούσαν πραγματικά καταστροφές στις καλλιέργειες, και μόνο το γεγονός ότι εκταμιεύτηκαν από τον κρατικό προϋπολογισμό και οι δικαιούχοι δεν είχαν καταβάλει ανάλογες εισφορές στον ΕΛΓΑ, ώστε να δικαιούνται αποζημίωσης, τις καθιστά σε κάθε περίπτωση παράνομες, επισημαίνεται στο ανακοινωθέν.

    Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το 2009 έλαβαν τις εν λόγω αποζημιώσεις 725.346 αγρότες. «Χρήματα θα κληθούν να επιστρέψουν όσοι έλαβαν πάνω από 1.000 ευρώ, συνολικά 95.815 αγρότες από το σύνολο όσων πληρώθηκαν τότε», επισημαίνουν πηγές του Υπουργείου Γεωργίας. Όσοι πήραν κάτω από 1.000 ευρώ καλύφθηκαν από τα ποσά που δικαιούται η χώρα από τον κανονισμό για τις deminimis ενισχύσεις, οπότε δεν χρειάζεται να επιστρέψουν αυτά τα χρήματα.

    Έτσι οι υπόχρεοι της επιστροφής περιορίζονται σε 95.815 και το προς ανάκτηση ποσό στα 215 εκατ. ευρώ. Από το υπουργείο έχει καταρτιστεί σχέδιο-πρόταση για την πληρωμή σε ετήσιες δόσεις, από δύο έως έξι (λιγότερες δόσεις για τα μικρά ποσά, περισσότερες για τα μεγάλα) με την προοπτική οι δόσεις αυτές να πληρώνονται από τις επιδοτήσεις που δικαιούται το χρόνο κάθε αγρότης.

    Μάλιστα, η διαδικασία του αιτήματος για την επιστροφή χρημάτων από την πλευρά του κράτους θα ξεκινήσει από 1.000 περίπου άτομα που εισέπραξαν αποζημιώσεις πάνω από 15.000 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, από τους υπόχρεους προς ανάκτηση:

    – 3 αγρότες οφείλουν άνω των 100.000 ευρώ
    – 13 αγρότες οφείλουν άνω των 50.000 ευρώ
    – 919 αγρότες οφείλουν άνω των 15.000 ευρώ
    – 94.880 αγρότες οφείλουν άνω των 1.000 ευρώ

    Υπενθυμίζεται ότι σε νομοσχέδιο για τις βοσκήσιμες γαίες του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, τον περασμένο Δεκέμβριο, είχε συμπεριληφθεί διάταξη που επέτρεπε την επιστροφή των χρημάτων έως και σε βάθος δεκαετίας, «ακριβώς γιατί το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης γνώριζε ότι θα χρειαστεί να γίνει ανάκτηση των χρημάτων του πακέτου Χατζηγάκη», όπως σημειώνουν στελέχη του υπουργείου.

    πηγή: agro24.gr

  • Και το ΠΑΣΟΚ για το “πακέτο Χατζηγάκη”: Η κυβέρνηση άλλα έλεγε προεκλογικά στους αγρότες και άλλα σήμερα

    Και το ΠΑΣΟΚ για το “πακέτο Χατζηγάκη”: Η κυβέρνηση άλλα έλεγε προεκλογικά στους αγρότες και άλλα σήμερα

    Από τον Τομέα Πολιτικής Ανάπτυξης Υπαίθρου του ΠΑΣΟΚ, σχετικά με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το πακέτο Χατζηγάκη, εκδόθηκε η ακόλουθη ανακοίνωση:

    Με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που απέρριψε την προσφυγή της χώρας μας για τη μη επιστροφή των χρημάτων από τους αγρότες που είχαν λάβει με το πακέτο Χατζηγάκη, προκύπτει γι’ άλλη μια φορά ότι η Κυβέρνηση άλλα έλεγε προεκλογικά στους αγρότες και άλλα σήμερα.

    Όμως, υπάρχει κάτι που μεγαλώνει την ανασφάλεια των αγροτών σε σχέση με το πότε θα επιστρέψουν τα χρήματα. Ο φόβος αυτός έρχεται να προστεθεί στα φοροεισπρακτικά μέτρα που σε λίγο θα φέρει στη Βουλή η Κυβέρνηση με την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών και της φορολογίας τους. Το θέμα αυτό αναδεικνύει ότι ο κ. Τσίπρας και ο κ. Μητσοτάκης βρίσκονται σε “αγαστή” συνεργασία, αφού ο κ. Μητσοτάκης πρόσφατα δήλωσε στη Βουλή ότι πρέπει να γίνονται κρατήσεις στις επιδοτήσεις των αγροτών για οφειλές ασφαλιστικών εισφορών και φόρων και ο κ. Τσίπρας φρόντισε με την Τροπολογία Αποστόλου να δώσει τη δυνατότητα συμψηφισμού των επιδοτήσεων με το πακέτο Χατζηγάκη. Θυμίζουμε ότι η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης είχε καταγγείλει την αιφνιδιαστική και άσχετη τροπολογία του κ. Αποστόλου και είχε αποχωρήσει από την σχετική διαδικασία στη Βουλή. Αλήθεια σήμερα ο κ. Αποστόλου μπορεί να επαναλάβει την αλήστου μνήμης δήλωσή του ότι δεν θα εφαρμόσει τον νόμο που μόλις είχε ψηφίσει;

  • Ανακοίνωση ΔΗΜΑΡ για την υπόθεση του “πακέτου Χατζηγάκη”

    Ανακοίνωση ΔΗΜΑΡ για την υπόθεση του “πακέτου Χατζηγάκη”

    “Η υπόθεση του “πακέτου Χατζηγάκη” και η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία τα έτη 2008-2009 δόθηκαν αγροτικές ενισχύσεις ύψους περίπου 400 εκατ. ευρώ ασυμβίβαστες με την κοινοτική νομοθεσία αναδεικνύει τον τρόπο διαχείρισης των κοινοτικών κονδυλίων στην χώρα μας από τη ΝΔ αμέσως πριν έρθει στο προσκήνιο η οικονομική κρίση”, τονίζει σε ανακοίνωσή της η ΔΗΜΑΡ και συνεχίζει:

    “Η Δημοκρατική Αριστερά ανέδειξε άμεσα και με πολλαπλούς τρόπους το συγκεκριμένο θέμα καθώς κινδυνεύουν με αποκλεισμό οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις που έλαβαν την παράνομη ενίσχυση από κάθε περαιτέρω επιδότηση σύμφωνα με τις επίσημες απαντήσεις των Υπουργείων. Οι Βουλευτές της ΔΗΜΑΡ την περίοδο 2012 – 2015 Θωμάς Ψύρρας και Γιώργος Κυρίτσης έκαναν συνεχείς παρεμβάσεις στην Βουλή.

    Τα χρήματα θα αναζητηθούν είτε από τους παραγωγούς που τα έλαβαν είτε από τους φορολογούμενους όμως στην κατάσταση της οικονομικής κρίσης της χώρας δεν είναι καθόλου εύκολο να ανακτηθούν. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μίας πολιτικής όπου οι ενισχύσεις βαφτίστηκαν αποζημιώσεις και στη συνέχεια κρίθηκε ότι νοθεύουν τον ανταγωνισμό και είναι ασύμβατες με την κοινοτική νομοθεσία. Έστω και τώρα πρέπει να υπάρξει άμεσα λογοδοσία, ανάληψη και απόδοση ευθύνης από τους υπαίτιους για την αποδεδειγμένη στρεβλή διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων. Η ΝΔ και ο κ. Μητσοτάκης δεν γίνεται να σιωπούν.

    Πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο σημερινός Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Αποστόλου έφερε τροπολογία στην Βουλή για την ανάκτηση των χρημάτων και ταυτόχρονα δήλωσε δεν θα την εφαρμόσει. Καλείται άμεσα να δώσει εξηγήσεις. Δεν γίνεται να χειρίζεται με τέτοιο επιπόλαιο τρόπο και με τέτοια αναξιοπιστία ένα τόσο σοβαρό θέμα για την ελληνική αγροτική οικονομία.

    Μάλιστα πριν από λίγες ημέρες ο Πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ και Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Δημοκρατικής Συμπαράταξης Θανάσης Θεοχαρόπουλος ανέδειξε το θέμα στην Βουλή. Είναι φανερό ότι έχουμε από την μία καταστροφικές πολιτικές της ΝΔ που μας οδήγησαν στην οικονομική κρίση και από την άλλη την πλήρη αναξιοπιστία λόγων, έργων και πράξεων του ΣΥΡΙΖΑ”.

  • Σκληρή ανακοίνωση από το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών για την καταδίκη του πακέτου Χατζηγάκη: “Ευρωπαϊκή καταδίκη για το πελατειακό κράτος της Νέας Δημοκρατίας”

    Σκληρή ανακοίνωση από το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών για την καταδίκη του πακέτου Χατζηγάκη: “Ευρωπαϊκή καταδίκη για το πελατειακό κράτος της Νέας Δημοκρατίας”

    Από το Γραφείο Τύπου του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών εκδόθηκε η ακόλουθη ανακοίνωση:

    Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επικύρωσε την υποχρέωση του ελληνικού Δημοσίου να ανακτήσει από τους Έλληνες αγρότες την παράνομη, όπως την χαρακτηρίζει, κρατική ενίσχυση ύψους 425 εκατομμυρίων ευρώ, η οποία χορηγήθηκε το 2009 από την κυβέρνηση Καραμανλή. To γνωστό τότε, προεκλογικά, και ως «πακέτο Χατζηγάκη».

    Σε μια εποχή μεγάλης οικονομικής αδυναμίας προκύπτει η ανάγκη κάλυψης του τεράστιου αυτού ποσού.
    Αποδεικνύεται δυστυχώς για μία ακόμη φορά ότι ο τρόπος που πολιτεύθηκε η κυβέρνηση Καραμανλή, με τη χρήση του Κράτους ως εργαλείου πελατειακής σχέσης με τους πολίτες, ήταν η γενεσιουργός αιτία του δημοσιονομικού εκτροχιασμού της χώρας. Η δε παντελής περιφρόνηση για θεσμούς και κανόνες, οδήγησαν στη στατιστική απάτη των Greek Statistics, αφήνοντας τη χώρα αθωράκιστη απέναντι στις αγορές.

    Τα αποτελέσματα της διακυβέρνησης αυτής θα τα πληρώνουμε για πολλά χρόνια ακόμη, ενώ οι επιπτώσεις θα γίνονται διαρκώς αισθητές, όση ασυλία κι αν της επιφυλάσσει η σημερινή συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

    Η Κυβέρνηση Παπανδρέου, 2009 – 2011, παρά τις πρωτοφανείς συνθήκες, προχώρησε σε μεγάλες μεταρρυθμίσεις στο Κράτος και τη Διοίκηση, με βασικό πυρήνα τη Διαφάνεια, προκειμένου να εξοβελίσει κάθε τέτοιο φαινόμενο και να επαναφέρει τη θεσμική λειτουργία.

    Πάγια αντίληψη και του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΩΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΩΝ σήμερα είναι πως αν δεν υπάρξει ξερίζωμα του πελατειακού κράτους, των στρεβλών πρακτικών και παθογενειών του παρελθόντος, με πλήρη διαφάνεια και λογοδοσία, η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να βγει από την κρίση.
    Συνεχίζουμε να εργαζόμαστε με την ίδια λογική και να συμβάλλουμε στη διαμόρφωση πολιτικών προτάσεων για κανόνες που σέβονται τον πολίτη και την Πολιτεία.

  • Ποιοί θα πληρώσουν τη “λυπητερη” ελέω πακέτου Χατζηγάκη

    Ποιοί θα πληρώσουν τη “λυπητερη” ελέω πακέτου Χατζηγάκη

    Χιλιάδες αγρότες καλούνται να επιστρέψουν συνολικά 240 εκατ. ευρώ για ενισχύσεις που έλαβαν το 2009 και κρίθηκαν παράνομες.

    Λυπητερή για 95.000 αγρότες στέλνει η αμετάκλητη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου να επιστραφούν οι παράνομες – όπως τις χαρακτηρίζει – αποζημιώσεις από το περιβόητο πακέτο Χατζηγάκη, που είχαν χορηγηθεί το 2009.

    Επικυρώθηκε οριστικά η υποχρέωση του ελληνικού Δημοσίου να ανακτήσει από τους αγρότες την παράνομη κρατική ενίσχυση ύψους 425 εκατ. ευρώ, η οποία είχε χορηγηθεί εξαιτίας δυσμενών καιρικών συνθηκών.

    Το τελικό ποσό ανάκτησης ανέρχεται σε περίπου 240 εκατ. ευρώ, τα οποία θα κληθούν να επιστρέψουν περί τους 95.000 αγρότες, μετά την αποδοχή από την Κομισιόν της ελληνικής πρότασης να συμψηφιστούν τα ποσά με τις ενισχύσεις de minimis και να απαλλαγούν έτσι όσοι αγρότες είχαν λάβει έως 1.000 ευρώ.

    Συνολικά 725.000 αγρότες είχαν λάβει αντισταθμιστικές εισφορές από τον ΕΛΓΑ το 2008 και το 2009 που κρίθηκαν από την Κομισιόν παράνομες κρατικές ενισχύσεις, αλλά εξ’αυτών οι 95.000 που είχαν λάβει από 1.000 έως και πάνω από 100.000 ευρώ θα κληθούν να τα επιστρέψουν, με παρακρατήσεις μελλοντικών επιδοτήσεων.

    Ποιοι αγρότες και πόσα χρήματα επιστρέφουν

    Οι 630.000 αγρότες που είχαν λάβει ενισχύσεις έως 1.000 ευρώ απαλλάσσονται από τη διαδικασία ανάκτησης

    95.000 αγρότες θα λάβουν σημείωμα για επιστροφή των ενισχύσεων που έλαβαν το 2009.
    85.984 εξ’ αυτών είχαν λάβει από 1.000 ευρώ έως 15.000 ευρώ.
    9.000 αγρότες είχαν λάβει από 15.000 έως 50.000 ευρώ
    13 αγρότες είχαν λάβει από 50.000 έως 100.000 ευρώ
    3 αγρότες είχαν λάβει πάνω από 100.000 ευρώ

    πηγή: iefimerida.gr

  • Και επίσημα η Ε.Ε. ζητά πίσω τα λεφτά από το “πακέτο Χατζηγάκη”. Διαβάστε την Απόφαση στο agrocrete.gr

    Και επίσημα η Ε.Ε. ζητά πίσω τα λεφτά από το “πακέτο Χατζηγάκη”. Διαβάστε την Απόφαση στο agrocrete.gr

    Ως παράνομη κρατική βοήθεια χαρακτηρίζει το ανώτατο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αγροτικές επιδοτήσεις συνολικού ύψους 425 εκατ. ευρώ που είχε δώσει η ελληνική κυβέρνηση σε αγρότες. 
    Την υπόθεση είχε πάει η Κομισιόν στο ευρωδικαστήριο, ενώ η ανώτατη δικαστική αρχή απέρριψε το αίτημα αναίρεσης της Αθήνας. Η απόφαση ζητά από την Ελλάδα να πάρει πίσω παράνομες αγροτικές επιδοτήσεις που είχαν δοθεί σε 800.000 αγρότες λόγω αντίξοων καιρικών συνθηκών. 

    ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:


    ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

    της 8ης Μαρτίου 2016 (*)

    «Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Αντισταθμιστικές ενισχύσεις που χορήγησε ο Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛΓΑ) κατά τα έτη 2008 και 2009 – Απόφαση με την οποία οι ενισχύσεις κρίνονται μη συμβατές με την εσωτερική αγορά και διατάσσεται η ανάκτησή τους – Έννοια του όρου “κρατική ενίσχυση” – Άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ – Κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον γεωργικό τομέα – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων»

    Στην υπόθεση C‑431/14 P,

    με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2014,

    Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Ι.‑Κ. Χαλκιά και την Α.‑Ε. Βασιλοπούλου,

    αναιρεσείουσα,

    όπου ο έτερος διάδικος είναι η

    Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Α. Μπουχάγιαρ, R. Sauer και Δ. Τριανταφύλλου,

    καθής πρωτοδίκως,

    ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

    συγκείμενο από τους A. Tizzano, αντιπρόεδρο, προεδρεύοντα του τμήματος μείζονος συνθέσεως, L. Bay Larsen, T. von Danwitz, A. Arabadjiev (εισηγητή), C. Toader, D. Šváby και Κ. Λυκούργο, προέδρους τμήματος, A. Rosas, E. Juhász, M. Safjan, M. Berger, A. Prechal, E. Jarašiūnas, δικαστές,

    γενική εισαγγελέας: E. Sharpston

    γραμματέας: I. Illéssy, υπάλληλος διοικήσεως,

    έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 6ης Οκτωβρίου 2015,

    αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 15ης Οκτωβρίου 2015,

    εκδίδει την ακόλουθη

    Απόφαση

    1        Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως την οποία εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 16 Ιουλίου 2014 επί της υποθέσεως Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑52/12, EU:T:2014:677, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) και με την οποία απέρριψε την προσφυγή της νυν αναιρεσείουσας με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως 2012/157/ΕΕ της Επιτροπής, της 7ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις αντισταθμιστικές ενισχύσεις που καταβλήθηκαν από τον Οργανισμό Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛΓΑ) κατά τα έτη 2008 και 2009 (ΕΕ L 78, σ. 21, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

     Το νομικό πλαίσιο

     Το δίκαιο της Ένωσης

    2        Το σημείο 4.1 του προσωρινού κοινοτικού πλαισίου για τη λήψη μέτρων κρατικής ενίσχυσης, με σκοπό να στηριχθεί η πρόσβαση στη χρηματοδότηση κατά τη διάρκεια της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης, όπως προκύπτει από την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 17ης Δεκεμβρίου 2008 (ΕΕ 2009, C 16, σ. 1, στο εξής ΠΚΠ), προβλέπει ότι:

    «[…]

    Λόγω της σοβαρότητας της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής κρίσης, καθώς και των επιπτώσεών της στη συνολική οικονομία των κρατών μελών, η Επιτροπή κρίνει ότι η χορήγηση ορισμένων κατηγοριών κρατικών ενισχύσεων, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, είναι δικαιολογημένη για την αντιμετώπιση των δυσχερειών αυτών και ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ενισχύσεις αυτές [είναι συμβατές] με την [εσωτερική] αγορά κατά την έννοια του άρθρου [107], παράγραφος 3, στοιχείο β΄[, ΣΛΕΕ].»

    3        Κατά το σημείο 4.2.2, τρίτο εδάφιο, του ΠΚΠ:

    «Η Επιτροπή θα θεωρήσει [τη σχετική] κρατική ενίσχυση συμβ[ατή] με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου [107], παράγραφος 3, στοιχείο β΄, [ΣΛΕΕ], εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

    […]

    η)      το καθεστώς ενισχύσεων δεν εφαρμόζεται σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην πρωτογενή παραγωγή γεωργικών προϊόντων […]».

    4        Κατά το σημείο 7 του ΠΚΠ:

    «[…]

    Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής για τον καθορισμό των εφαρμοστέων κανόνων για την αξιολόγηση παράνομης κρατικής ενίσχυσης [ΕΕ 2002, C 119, σ. 22], η Επιτροπή, σε περίπτωση μη κοινοποιηθεισών ενισχύσεων, εφαρμόζει τα ακόλουθα:

    α)      την παρούσα ανακοίνωση, εάν η ενίσχυση χορηγήθηκε μετά τις 17 Δεκεμβρίου 2008·

    β)      σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, τις κατευθυντήριες γραμμές που ίσχυαν όταν χορηγήθηκε η ενίσχυση.

    […]»

    5        Το ΠΚΠ τροποποιήθηκε με την ανακοίνωση της Επιτροπής που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 31η Οκτωβρίου 2009 (C 261, σ. 2, στο εξής: τροποποιηθέν ΠΚΠ). Κατά το σημείο 1 της ανακοινώσεως αυτής:

    «[…]

    Η δυνατότητα χορήγησης, βάσει του σημείου 4.2 [του ΠΚΠ], ενός [συμβατού] περιορισμένου ποσού ενίσχυσης δεν ισχύει για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην πρωτογενή παραγωγή γεωργικών προϊόντων. Όμως, λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι γεωργοκτηνοτρόφοι αντιμετωπίζουν ολοένα αυξανόμενες πιστοληπτικές δυσκολίες.

    […] είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ένα χωριστό περιορισμένο ποσό [συμβατής] κρατικής ενίσχυσης για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην πρωτογενή παραγωγή γεωργικών προϊόντων.»

    6        Το σημείο 4.2.2, τρίτο εδάφιο, του τροποποιηθέντος ΠΚΠ ορίζει τα εξής:

    «Η Επιτροπή θα θεωρήσει [τη σχετική] κρατική ενίσχυση [συμβατή] με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου [107], παράγραφος 3, στοιχείο β΄, [ΣΛΕΕ], εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

    […]

    η)      […] στις περιπτώσεις που οι ενισχύσεις χορηγούνται σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην πρωτογενή παραγωγή γεωργικών προϊόντων […] η επιδότηση σε μετρητά (ή το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης) δεν υπερβαίνει τις 15 000 [ευρώ] ανά επιχείρηση […]».

    7        Το τροποποιηθέν ΠΚΠ τέθηκε σε ισχύ στις 28 Οκτωβρίου 2009.

     Το ελληνικό δίκαιο

    8        Με τον νόμο 1790/1988, περί οργανώσεως και λειτουργίας Οργανισμού Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων και άλλων διατάξεων (ΦΕΚ Α΄ 134/20.6.1988, στο εξής: νόμος 1790/1988), συστάθηκε οργανισμός κοινής ωφελείας, υπό την επωνυμία «Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων» (ΕΛΓΑ). Ο ΕΛΓΑ είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο και έχει ιδίως ως σκοπό την ασφάλιση της φυτικής και ζωικής παραγωγής και του φυτικού και ζωικού κεφαλαίου των αγροτικών εκμεταλλεύσεων όσον αφορά ζημίες οφειλόμενες σε φυσικούς κινδύνους.

    9        Σύμφωνα με το άρθρο 3α του νόμου 1790/1988, ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση διαφοράς, η ασφάλιση στον ΕΛΓΑ είναι υποχρεωτική και καλύπτει φυσικούς κινδύνους.

    10      Κατά το άρθρο 5α, ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση διαφοράς, επιβάλλεται ειδική ασφαλιστική εισφορά υπέρ του ΕΛΓΑ στους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων οι οποίοι υπάγονται στο συγκεκριμένο καθεστώς ασφαλίσεως. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:

    «1.      Στην ειδική ασφαλιστική εισφορά υπέρ του ΕΛΓΑ υπόκεινται τα εξής εγχωρίως παραγόμενα αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα:

    α)      Φυτικής και ζωικής προέλευσης […]

    […]

    3.      Η ειδική ασφαλιστική εισφορά ορίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) για τα προϊόντα φυτικής προέλευσης και σε ποσοστό μισό τοις εκατό (0,5%) για τα προϊόντα ζωικής […] προέλευσης. Τα ποσοστά αυτά υπολογίζονται επί της αξίας των προϊόντων τούτων.

    […]

    7.      […]η ειδική ασφαλιστική εισφορά αποδίδεται στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία από τους κατά νόμο υπόχρεους για την καταβολή της εισφοράς αυτής […].

    8.      […] Υπόχρεοι για την απόδοση της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία είναι […], εκείνοι, οι οποίοι […] υποχρεούνται σε έκδοση τιμολογίων αγοράς ή πώλησης αγροτικών προϊόντων και υποπροϊόντων […].

    […]

    15.      Σε περίπτωση αγοράς αγροτικών προϊόντων απευθείας από παραγωγό και καταβολής της αξίας τους σε αυτόν με εντολή πληρωμής από [τ]ράπεζα, η ειδική ασφαλιστική εισφορά παρακρατείται από την τράπεζα και αποδίδεται στον ΕΛΓΑ […].

    16.      Τα έσοδα του ΕΛΓΑ από την ειδική ασφαλιστική εισφορά, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, εισάγονται στον κρατικό προϋπολογισμό ως έσοδα του Δημοσίου και εμφανίζονται με ίδιο κωδικό αριθμό εσόδου. Τα έσοδα αυτά αποδίδονται στον ΕΛΓΑ μέσω του προϋπολογισμού του Υπουργείου Γεωργίας με την εγγραφή κατ’ έτος ισόποσης πίστωσης, ύστερα από πρόταση του ΕΛΓΑ προς το Υπουργείο αυτό. Από τα ανωτέρω ποσά της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες υπέρ του ΕΛΓΑ, παρακρατείται υπέρ του Δημοσίου ποσοστό δύο τοις εκατό (2 %) ως ποσοστό είσπραξης. Επίσης, από τα ποσά αυτά, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες με βάση τις δηλώσεις απόδοσης από τους υπόχρεους της ως άνω εισφοράς και τους λοιπούς τίτλους είσπραξης, παρακρατείται υπέρ του Δημοσίου ποσοστό τρία τοις εκατό (3 %) ως ποσοστό βεβαίωσης […]».

     Ιστορικό της διαφοράς και προσβαλλόμενη απόφαση

    11      Κατόπιν διαμαρτυριών, τον Ιανουάριο του 2009, μεγάλου αριθμού Ελλήνων παραγωγών γεωργικών προϊόντων, λόγω των ζημιών που είχαν υποστεί κατά το έτος 2008 εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών, η Ελληνική Δημοκρατία προέβλεψε, με την κοινή υπουργική απόφαση 262037 του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, της 30ής Ιανουαρίου 2009, περί κατ’ εξαίρεση παροχής ασφαλιστικής καλύψεως, λόγω των ζημιών που προκλήθηκαν στη γεωργική παραγωγή (ΦΕΚ Β΄ 155/2.2.2009, στο εξής: κοινή υπουργική απόφαση), την κατ’ εξαίρεση καταβολή από τον ΕΛΓΑ αντισταθμιστικών ενισχύσεων ύψους 425 εκατομμυρίων ευρώ στους παραγωγούς. Από την απόφαση αυτή προέκυπτε ότι η αναγκαία για την εφαρμογή της δαπάνη, η οποία θα επιβάρυνε τον προϋπολογισμό του ΕΛΓΑ, θα καλυπτόταν από δάνειο που επρόκειτο να συνάψει ο οργανισμός αυτός με τράπεζες, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

    12      Με επιστολή της 20ής Μαρτίου 2009, σε απάντηση αιτήματος της Επιτροπής για την παροχή στοιχείων, η Ελληνική Δημοκρατία ενημέρωσε το θεσμικό αυτό όργανο ότι ο ΕΛΓΑ είχε καταβάλει στους γεωργούς, κατά το έτος 2008, αποζημιώσεις ύψους 386 986 648 ευρώ, για ζημίες καλυπτόμενες από την ασφάλιση. Το ποσό αυτό προερχόταν εν μέρει από ασφαλιστικές εισφορές που είχαν καταβάλει οι παραγωγοί, συνολικού ύψους 88 353 000 ευρώ, και εν μέρει από τα έσοδα από δάνειο ύψους 444 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο είχε συνάψει ο ΕΛΓΑ με τράπεζα, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, και το οποίο πρέπει να αποπληρωθεί εντός δεκαετίας.

    13      Με απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2010 (ΕΕ C 72, σ. 12), η Επιτροπή κίνησε την επίσημη διαδικασία ελέγχου, βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, στο πλαίσιο της υποθέσεως C 3/10 (πρώην NN 39/09), σχετικά με αντισταθμιστικές πληρωμές που κατέβαλε ο ΕΛΓΑ κατά τα έτη 2008 και 2009 (στο εξής: επίμαχες ενισχύσεις). Στις 7 Δεκεμβρίου 2011, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

    14      Το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει ως εξής:

    «Άρθρο 1

    1.      Οι αποζημιώσεις που καταβλήθηκαν από τον [ΕΛΓΑ] στους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων στη διάρκεια των ετών 2008 και 2009 συνιστούν κρατικές ενισχύσεις.

    2.      Οι [αντισταθμιστικές] ενισχύσεις που χορηγήθηκαν το 2008 στο πλαίσιο του συστήματος ειδικής υποχρεωτικής ασφάλισης είναι [συμβατές] με την εσωτερική αγορά σε ό,τι αφορά τις ενισχύσεις ύψους 349 493 652,03 [ευρώ] τις οποίες χορήγησε ο ΕΛΓΑ στους παραγωγούς για την αντιστάθμιση ζημιών στη φυτική τους παραγωγή, καθώς και σε ό,τι αφορά τις ενισχύσεις για απώλειες στη φυτική παραγωγή που προξένησε η αρκούδα ύψους 91 500 [ευρώ] και σε ό,τι αφορά τις ενισχύσεις για διορθωτικές ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσιο των προαναφερομένων ενισχύσεων. Οι ενισχύσεις που αντιστοιχούν στο υπόλοιπο ποσό των αντισταθμιστικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν το 2008 στο πλαίσιο του συστήματος ειδικής υποχρεωτικής ασφάλισης είναι [ασύμβατες] με την εσωτερική αγορά.

    3.      Οι [αντισταθμιστικές] ενισχύσεις ύψους 27 614 905 [ευρώ] που χορηγήθηκαν το 2009 δυνάμει της [κοινής υπουργικής απόφασης] είναι [συμβατές] με την εσωτερική αγορά.

    Οι [αντισταθμιστικές] ενισχύσεις ύψους 387 404 547 [ευρώ], που χορηγήθηκαν στους παραγωγούς σε ημερομηνίες προγενέστερες της 28ης Οκτωβρίου 2009, είναι [ασύμβατες] με την εσωτερική αγορά, με την επιφύλαξη των ενισχύσεων οι οποίες, κατά τον χρόνο χορήγησής τους, πληρούσαν όλους τους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1535/2007 [της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2007, για την εφαρμογή των άρθρων [107 ΣΛΕΕ και 108 ΣΛΕΕ] στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (de minimis) στον τομέα της παραγωγής γεωργικών προϊόντων (ΕΕ L 337, σ. 35)].

    Άρθρο 2

    1.      Η [Ελληνική Δημοκρατία] λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση, από τους δικαιούχους, των [ασύμβατων] ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 και που έχουν ήδη τεθεί στη διάθεσή τους παράνομα.

    […]»

     Η ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

    15      Η Ελληνική Δημοκρατία, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 8 Φεβρουαρίου 2012, άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε αυθημερόν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, η Ελληνική Δημοκρατία υπέβαλε, βάσει των άρθρων 278 ΣΛΕΕ και 279 ΣΛΕΕ, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής. Με διάταξη του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου, της 19ης Σεπτεμβρίου 2012, επί της υποθέσεως Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (T‑52/12 R, EU:T:2012:447) ανεστάλη η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον με την απόφαση αυτή υποχρεωνόταν η Ελληνική Δημοκρατία να προβεί στην ανάκτηση από τους δικαιούχους των μη συμβατών ποσών που διαλαμβάνονταν στο άρθρο 1 της ιδίας αυτής αποφάσεως.

    16      Προς στήριξη του αιτήματός της ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προέβαλε επτά λόγους ακυρώσεως. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της.

     Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

    17      Η Ελληνική Δημοκρατία, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Σεπτεμβρίου 2014, υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει των άρθρων 278 ΣΛΕΕ και 279 ΣΛΕΕ, ζητώντας ειδικότερα από το Δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έως την έκδοση της αποφάσεως επί της αιτήσεως αναιρέσεως.

    18      Η εν λόγω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων απορρίφθηκε με διάταξη του αντιπροέδρου του Δικαστηρίου (υπόθεση Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑431/14 P‑R, EU:C:2014:2418), για τον λόγο ότι δεν πληρούταν η προϋπόθεση περί fumus boni juris.

    19      Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Μαρτίου 2015, η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 16, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να εκδικασθεί η υπόθεση από το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου. Το αίτημα αυτό έγινε δεκτό.

    20      Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:

    –        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και

    –        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

    21      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

    –        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη ή ως αβάσιμη, και

    –        να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

     Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

     Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, σχετικά με την έννοια της κρατικής ενισχύσεως, την υποχρέωση αιτιολογήσεως και με παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων

     Επιχειρήματα των διαδίκων

    22      Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ λόγω παραμορφώσεως και πεπλανημένου χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών, καθόσον έκρινε ότι αποτελούσαν κρατικούς πόρους οι υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές τις οποίες είχαν καταβάλει κατά τα έτη 2008 και 2009 οι αγρότες που έλαβαν αντισταθμιστικές ενισχύσεις τις οποίες χορήγησε ο ΕΛΓΑ κατά τα έτη αυτά.

    23      Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο στηριζόμενο στην απόφαση ΦΡΕΣΚΟΤ (C‑355/00, EU:C:2003:298) αποφάνθηκε ότι οι εν λόγω ενισχύσεις αποτελούσαν κρατικές ενισχύσεις. Στη σκέψη 87 της αποφάσεως αυτής, όμως, το Δικαστήριο έκρινε, αντιθέτως, ότι δεν διέθετε, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, τα αναγκαία πραγματικά και νομικά στοιχεία για να αποφανθεί επί του χαρακτηρισμού ως κρατικών ενισχύσεων των χορηγούμενων από τον ΕΛΓΑ παροχών.

    24      Δεύτερον, κακώς το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι οι εισφορές που καταβάλλουν οι αγρότες αποτελούν ιδιωτικούς πόρους, επειδή, κατά το άρθρο 5α του νόμου 1790/1988, καταχωρίζονται λογιστικώς ως έσοδα του Δημοσίου. Η Ελληνική Δημοκρατία επισημαίνει ότι από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι η ειδική ασφαλιστική εισφορά υπέρ του ΕΛΓΑ εισπραττόταν από το Δημόσιο ή από τράπεζες και εν συνεχεία αποδιδόταν στον ΕΛΓΑ.

    25      Το γεγονός ότι ο νομοθέτης καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο η εισπραττόμενη από το Δημόσιο ειδική ασφαλιστική εισφορά αποδίδεται στον ΕΛΓΑ δεν καθιστά την εισφορά αυτή κρατικό πόρο. Πράγματι, εάν γινόταν δεκτή η ερμηνεία αυτή, ο χαρακτηρισμός της εν λόγω εισφοράς ως ιδιωτικού ή κρατικού πόρου θα διαφοροποιούταν αναλόγως του τρόπου εισπράξεώς της, οπότε θα έπρεπε να γίνει διάκριση μεταξύ των εισφορών που εισπράττει το Δημόσιο και των εισφορών που εισπράττονται μέσω τραπεζών και αποδίδονται στον ΕΛΓΑ. Εξάλλου, αν το Δημόσιο εισέπραττε τους σχετικούς πόρους χωρίς να υποχρεούται να τους αποδίδει καθ’ ολοκληρίαν, τότε δεν θα προέβλεπε, στο άρθρο 5α, παράγραφος 16, του νόμου 1790/1988, την είσπραξη προμήθειας.

    26      Κατά συνέπεια, το Δημόσιο ή οι τράπεζες ενεργούν απλώς ως ενδιάμεσοι ή ακόμη ως επ’ αμοιβή εισπράκτορες της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς. Η εισφορά αυτή αποτελεί, κατά την αναιρεσείουσα, αποκλειστικώς έσοδο του ΕΛΓΑ και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δημοσίου, αλλά απλώς εισπράττεται από τραπεζικούς οργανισμούς και από το Δημόσιο προκειμένου να αποδοθεί στον ΕΛΓΑ, χωρίς ουδέποτε να τεθεί στη διάθεση της αρμόδιας αρχής.

    27      Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως, παραλείποντας να απαντήσει στο επιχείρημα ότι οι ειδικές ασφαλιστικές εισφορές έπρεπε να έχουν αφαιρεθεί από το ποσό των προς ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων διότι, λαμβανομένου υπόψη ότι είχαν καταβληθεί κατά τα έτη 2008 και 2009 από τους δικαιούχους των προβαλλομένων ενισχύσεων αγρότες, δεν πληρούν την προϋπόθεση περί υπάρξεως οικονομικού πλεονεκτήματος.

    28      Επικουρικώς, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο εφήρμοσε την προϋπόθεση αυτή στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως κατά τρόπο εσφαλμένο, καθόσον, λόγω των εισφορών αυτών, η καταβολή των αντισταθμιστικών ενισχύσεων είχε περιορισμένο μόνο αποτέλεσμα επί του ανταγωνισμού, ενδεχομένως δε δεν είχε κανέναν αντίκτυπο επί αυτού. Με την εκτίμησή του, το Γενικό Δικαστήριο προέκρινε μάλιστα ερμηνεία της προσβαλλομένης αποφάσεως αντίθετη προς την αρχή της απαγορεύσεως μεταρρυθμίσεως επί τα χείρω.

    29      Η Επιτροπή αμφισβητεί τόσο το παραδεκτό του επιχειρήματος που αντλείται από παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών όσο και το βάσιμο των δύο σκελών του πρώτου λόγου αναιρέσεως.

     Εκτίμηση του Δικαστηρίου

    30      Ως προς το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, επισημαίνεται, πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά, ότι από το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι αποκλειστικώς αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του έχουν υποβληθεί, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών (αποφάσεις General Motors κατά Επιτροπής, C‑551/03 P, EU:C:2006:229, σκέψη 51, και ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής, C‑352/09 P, EU:C:2011:191, σκέψη 179).

    31      Ως εκ τούτου, η εκτίμηση περί των πραγματικών περιστατικών, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου (αποφάσεις Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, C‑397/03 P, EU:C:2006:328, σκέψη 85, και ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής, C‑352/09 P, EU:C:2011:191, σκέψη 180).

    32      Οσάκις ο αναιρεσείων προβάλλει παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, οφείλει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 256 ΣΛΕΕ, του άρθρου 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 168, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, να εκθέτει επακριβώς τα στοιχεία τα οποία διατείνεται ότι παραμόρφωσε το Γενικό Δικαστήριο και να καταδεικνύει τα σφάλματα αναλύσεως στα οποία υπέπεσε, κατά την εκτίμησή του, το Γενικό Δικαστήριο και τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την εκ μέρους του παραμόρφωση αυτή. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εξάλλου, η παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να απαιτείται εκ νέου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων (αποφάσεις Lafarge κατά Επιτροπής, C‑413/08 P, EU:C:2010:346, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και Αυστρία κατά Scheucher-Fleisch κ.λπ., C‑47/10 P, EU:C:2011:698, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

    33      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, στις σκέψεις 122 έως 128 και 130 έως 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ως εξής:

    «122 Η Επιτροπή υπενθύμισε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει με την […] απόφαση ΦΡΕΣΚΟΤ [(C‑355/00, EU:C:2003:298)] ότι “η [επίμαχη] στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία [προέβλεπε] σαφώς ότι οι παροχές που χορηγεί ο ΕΛΓΑ χρηματοδοτούντα[ν] από κρατικούς πόρους και ότι καταλογίζοντα[ν] στο Δημόσιο κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση […] Γαλλία κατά Επιτροπής, [C-482/99, EU:C:2002:294], σκέψη 24)” (αιτιολογική σκέψη 58).

    123      Η Επιτροπή διαπίστωσε συναφώς ότι:

    “[…] από το άρθρο 5α του νόμου 1790/1988 […] και τις λοιπές ισχύουσες διατάξεις της ελληνικής ισχύουσας νομοθεσίας, προκύπτει ότι τα έσοδα του ΕΛΓΑ από την ειδική ασφαλιστική εισφορά εισπράττονται από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία, εισάγονται στον κρατικό προϋπολογισμό ως έσοδα του Δημοσίου και αποδίδονται στον ΕΛΓΑ μέσω του προϋπολογισμού του Υπουργείου Γεωργίας (νυν Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων). Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι οι εν λόγω εισφορές καταχωρίζονται λογιστικά ως έσοδα του Δημοσίου αρκεί για να θεωρηθεί ότι οι παροχές που χορηγούνται από τον ΕΛΓΑ προέρχονται από κρατικούς πόρους” (αιτιολογική σκέψη 58).

    124      Οι διαπιστώσεις αυτές, τις οποίες δεν αμφισβητεί η Ελληνική Δημοκρατία, αρκούν για να γίνει δεκτό ότι οι αντισταθμιστικές πληρωμές, κατά το μέρος τους που αντιστοιχεί σε εισφορές των αγροτών, αποτελούν κρατικούς πόρους και καταλογίζονται στο Δημόσιο.

    125      Ως εκ τούτου, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, το μέρος των πληρωμών που αντιστοιχεί στις εισφορές των αγροτών δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι προέρχεται από ιδιωτικούς πόρους. Επομένως, το γεγονός ότι μέρος των πληρωμών που καταβλήθηκαν το 2008 χρηματοδοτήθηκε από εισφορές των αγροτών δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για κρατικές ενισχύσεις χρηματοδοτούμενες από πόρους που καταλογίζονται στο Δημόσιο.

    126      Επιπλέον, αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται η Ελληνική Δημοκρατία, ο χαρακτηρισμός της κρατικής ενισχύσεως δεν αφορά τις εισφορές που κατέβαλαν οι αγρότες, αλλά τις πληρωμές του έτους 2008. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου και του δευτέρου λόγου ακυρώσεως διαπιστώθηκε ότι ούτε ο αντισταθμιστικός χαρακτήρας των μέτρων ούτε το γεγονός ότι δικαιολογούνται από σκοπό κοινωνικής πολιτικής δεν αποκλείει το ενδεχόμενο οι πληρωμές που κατέβαλε ο ΕΛΓΑ να χαρακτηρισθούν ως πλεονέκτημα.

    127      Εξάλλου, η Ελληνική Δημοκρατία δέχεται ότι οι εισφορές που καταβάλλουν οι αγρότες δεν είναι ανάλογες του κινδύνου και ότι ενδέχεται ορισμένοι αγρότες να καταβάλλουν εισφορά χωρίς να απολαύουν των αντισταθμιστικών πληρωμών που καταβάλλει ο ΕΛΓΑ. Οι πληρωμές του έτους 2008 ήταν επομένως ανεξάρτητες των εισφορών που κατέβαλαν οι αγρότες και συνιστούσαν πλεονέκτημα το οποίο δεν θα είχε η δικαιούχος επιχείρηση υπό κανονικές συνθήκες αγοράς.

    128      Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ορθώς έκρινε η Επιτροπή ότι οι πληρωμές που κατέβαλε ο ΕΛΓΑ το 2008 συνιστούσαν πλεονέκτημα χρηματοδοτούμενο από κρατικούς πόρους, μολονότι χρηματοδοτούνταν εν μέρει από τις εισφορές των αγροτών. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη χαρακτηρίζοντας τις πληρωμές αυτές ως κρατικές ενισχύσεις.

    […]

    130      Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι αντισταθμιστικές πληρωμές που κατέβαλε ο ΕΛΓΑ κατά το έτος 2009, συνολικού ύψους 415 019 452 ευρώ, πραγματοποιήθηκαν βάσει της κοινής υπουργικής αποφάσεως. Πρέπει να υπομνησθεί ότι η κοινή υπουργική απόφαση προέβλεπε την κατ’ εξαίρεση χορήγηση αποζημιώσεων ύψους 425 εκατομμυρίων ευρώ, όσον αφορά ζημίες που επήλθαν το 2008 και ότι, για να καταβάλει τις αποζημιώσεις αυτές, ο ΕΛΓΑ θα εσύναπτε, με την εγγύηση του Δημοσίου, δάνειο με τράπεζα για το σύνολο του ποσού αυτού […].

    131      Ως εκ τούτου, ορθώς έκρινε η Επιτροπή ότι οι αντισταθμιστικές πληρωμές που καταβλήθηκαν το 2009 δεν είχαν χρηματοδοτηθεί από εισφορές καταβληθείσες βάσει του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως στον ΕΛΓΑ […].

    132      Ως εκ τούτου, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι μέρος των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν το 2009 χρηματοδοτήθηκαν εν μέρει από τις εισφορές τις οποίες κατέβαλαν οι αγρότες κατά το έτος 2009 βάσει του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως.»

    34      Λαμβανομένων υπόψη των ως άνω υπομνησθεισών εκτιμήσεων του Γενικού Δικαστηρίου, το επιχείρημα που αντλείται από παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών πρέπει να απορριφθεί άνευ ετέρου, δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία, με τα επιχειρήματά της, δεν αποδεικνύει ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει προδήλως παραμόρφωση.

    35      Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη ως προς τον χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, διαπιστώνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, αφού, καταρχάς, υπενθύμισε, στη σκέψη 126 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο χαρακτηρισμός της κρατικής ενισχύσεως δεν αφορά τις ειδικές ασφαλιστικές εισφορές που κατέβαλαν οι αγρότες, αλλά τις αντισταθμιστικές ενισχύσεις τις οποίες χορήγησε ο ΕΛΓΑ, εν συνεχεία διαπίστωσε, στη σκέψη 127 της ιδίας αποφάσεως, ότι οι πληρωμές του έτους 2008 ήταν ανεξάρτητες των εισφορών αυτών και, τέλος, επισήμανε, στις σκέψεις 130 έως 132 της εν λόγω αποφάσεως, ότι οι πληρωμές που καταβλήθηκαν το 2009 δεν είχαν χρηματοδοτηθεί από τις εισφορές, αλλά από δάνειο το οποίο συνάφθηκε προς τούτο με τράπεζα, με την εγγύηση του Δημοσίου, δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο ότι οι πληρωμές αυτές συνιστούσαν πλεονέκτημα χρηματοδοτούμενο από κρατικούς πόρους.

    36      Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ούτε λόγω του ότι στηρίχθηκε, στη σκέψη 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στη σκέψη 81 της αποφάσεως ΦΡΕΣΚΟΤ (C‑355/00, EU:C:2003:298), δεδομένου ότι το Δικαστήριο είχε κρίνει, στην τελευταία αυτή σκέψη και σχετικά με προϊσχύσαν κείμενο του άρθρου 5α του νόμου 1790/1988, πλην όμως κατ’ ουσίαν πανομοιότυπο του εφαρμοστέου στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως, ότι η νομοθεσία αυτή «[προέβλεπε] σαφώς ότι οι παροχές που χορηγεί ο ΕΛΓΑ χρηματοδοτούντα[ν] από κρατικούς πόρους και ότι καταλογίζοντα[ν] στο Δημόσιο κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου».

    37      Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι οι ειδικές ασφαλιστικές εισφορές, καθόσον εισπράττονταν από τα τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, εγγράφονταν στον κρατικό προϋπολογισμό.

    38      Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων, την οποία υπέχει το Γενικό Δικαστήριο από τα άρθρα 36 και 53, πρώτο εδάφιο του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν συνεπάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να αναφέρεται διεξοδικά σε όλους κατά σειράν τους συλλογισμούς που διατύπωσαν ενώπιόν τους οι διάδικοι. Συνεπώς, η αιτιολογία μπορεί να είναι έμμεση, υπό τον όρο ότι παρέχει στους μεν ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να αντιληφθούν το σκεπτικό στο οποίο στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο, στο δε Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για την άσκηση του εκ μέρους του αναιρετικού ελέγχου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση A2A κατά Επιτροπής, C‑320/09 P, EU:C:2011:858, σκέψη 97).

    39      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 126 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, αντιθέτως προς ό,τι διατεινόταν η Ελληνική Δημοκρατία, ο χαρακτηρισμός της κρατικής ενισχύσεως δεν αφορούσε τις εισφορές που κατέβαλαν οι αγρότες, αλλά τις πληρωμές που κατέβαλε ο ΕΛΓΑ το 2008.

    40      Επιπλέον, στην ίδια σκέψη 126, το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε στις κρίσεις του στο πλαίσιο της εκ μέρους του εξετάσεως του πρώτου και του δευτέρου λόγου ακυρώσεως που είχαν προβληθεί με την προσφυγή. Εξετάζοντας, όμως, τους λόγους αυτούς, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, «ότι το γεγονός ότι οι πληρωμές που κατέβαλε ο ΕΛΓΑ το 2009 είχαν ως σκοπό την αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν στη γεωργική παραγωγή εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών δεν αποκλείει την ύπαρξη πλεονεκτήματος και τον χαρακτηρισμό τους ως κρατικών ενισχύσεων» και, στη σκέψη 102 της ιδίας αυτής αποφάσεως, «ότι, κατά πάγια νομολογία, μέτρο νοθεύει τον ανταγωνισμό οσάκις περιορίζει τις επιβαρύνσεις της δικαιούχου επιχειρήσεως και ενισχύει με τον τρόπο αυτό τη θέση της έναντι άλλων ανταγωνιστικών επιχειρήσεων».

    41      Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πληροί τις απαιτήσεις που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 38 της παρούσας αποφάσεως.

    42      Επιπλέον, αφού διαπίστωσε ότι οι πληρωμές αντισταθμιστικών ενισχύσεων που καταβλήθηκαν κατά τα έτη 2008 και 2009 ήταν ανεξάρτητες των εισφορών που κατέβαλαν οι αγρότες, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο ότι οι πληρωμές αυτές συνιστούσαν πλεονέκτημα το οποίο δεν θα είχε η δικαιούχος επιχείρηση υπό κανονικές συνθήκες αγοράς και ότι, επομένως, είχαν επιπτώσεις στον ανταγωνισμό.

    43      Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη ότι οι εισφορές που κατέβαλαν οι αγρότες ήταν ανεξάρτητες των αντισταθμιστικών ενισχύσεων τις οποίες οι ίδιοι εισέπραξαν, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι εισφορές αυτές αποτελούσαν ειδικές επιβαρύνσεις του πλεονεκτήματος που συνιστούσε, εν προκειμένω , η χορήγηση των ενισχύσεων αυτών ούτε ότι οι εν λόγω ενισχύσεις ήταν συμφυείς με την παροχή του πλεονεκτήματος αυτού. Επομένως, ορθώς κατά νόμον αποφάνθηκε το Γενικό Δικαστήριο ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή βασίμως δεν δέχθηκε, στο πλαίσιο του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, να προβεί σε συμψηφισμό του εν λόγω πλεονεκτήματος με τις ίδιες αυτές εισφορές (βλ., σχετικώς, απόφαση France Télécom κατά Επιτροπής, C‑81/10 P, EU:C:2011:811, σκέψεις 43 και 48).

    44      Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.

     Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, σχετικά με την έννοια της κρατικής ενισχύσεως και την υποχρέωση αιτιολογήσεως

     Επιχειρήματα των διαδίκων

    45      Η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι απέρριψε τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε με την προσφυγή της στηριζόμενο στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία χαρακτηρίζονται ως κρατικές ενισχύσεις οι παρεμβάσεις οι οποίες, ανεξαρτήτως μορφής, είτε δύνανται να ευνοούν άμεσα ή έμμεσα επιχειρήσεις είτε πρέπει να θεωρηθούν συνιστώσες οικονομικό πλεονέκτημα το οποίο δεν θα είχε η δικαιούχος επιχείρηση υπό κανονικές συνθήκες αγοράς (απόφαση Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg, C‑280/00, EU:C:2003:415, σκέψη 84 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Συγκεκριμένα, υιοθετώντας το σκεπτικό αυτό, το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε ότι οι αρχές αυτές ισχύουν μόνον υπό κανονικές συνθήκες αγοράς και οικονομίας και όχι υπό τις εξαιρετικές περιστάσεις υπό τις οποίες τελούσε η ελληνική οικονομία κατά το έτος 2009.

    46      Στο εξαιρετικό αυτό πλαίσιο, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει διαφορετικά το άρθρο 107 ΣΛΕΕ και, ιδίως, να εκτιμήσει αν οι αντισταθμιστικές ενισχύσεις που καταβλήθηκαν στους Έλληνες αγρότες το 2009 παρείχαν πράγματι σε αυτούς πλεονέκτημα και τους έθεταν σε ευνοϊκότερη θέση στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών τους εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    47      Συγκεκριμένα, καθόσον η ελληνική οικονομία αντιμετώπιζε, κατά το χρονικό αυτό διάστημα, ένα σύνολο δημοσιονομικών μέτρων που στόχευαν στη σταθεροποίηση, όπως είναι η υπερφορολόγηση των αγροτών, η επιβολή έκτακτων εισφορών και εισφορών αλληλεγγύης, η αποσάθρωση του κράτους προνοίας, η αύξηση του φόρου προστιθεμένης αξίας, η αύξηση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης και η μείωση των μισθών και των συντάξεων, το όποιο «οικονομικό πλεονέκτημα» παρείχε ενδεχομένως ο ΕΛΓΑ στους αγρότες θα εκμηδενιζόταν ευθύς εξαρχής.

    48      Το Γενικό Δικαστήριο, όμως, παρέλειψε να εξετάσει αν, υπό τις εξαιρετικές αυτές περιστάσεις, ο χρηματοπιστωτικός αντίκτυπος των μέτρων που ελήφθησαν με την κοινή υπουργική απόφαση μπορούσε να επηρεάσει πράγματι το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και να απειλήσει με νόθευση τον ανταγωνισμό. Ειδικότερα, θα έπρεπε να προσδιορισθεί αν οι εξαιρετικές αυτές περιστάσεις μπορούσαν να μεταβάλουν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του καθεστώτος των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας οι οποίες στερούνται αισθητού αντίκτυπου στο εμπόριο και τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών.

    49      Τέλος, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, επικουρικώς, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει πλήρως τα επιχειρήματά της.

    50      Η Επιτροπή αμφισβητεί τόσο το παραδεκτό όσο και το βάσιμο του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως.

     Εκτίμηση του Δικαστηρίου

    51      Από τη δικογραφία στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας προκύπτει ότι η επιχειρηματολογία, την οποία προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία αντλείται από το ότι η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την έννοια της κρατικής ενισχύσεως, η οποία υπομνήσθηκε στη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως, δεν μπορεί να τύχει εν προκειμένω εφαρμογής λόγω των εξαιρετικών οικονομικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούσε η Ελληνική Δημοκρατία κατά το έτος 2009, δεν προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

    52      Συγκεκριμένα, πρωτοδίκως, η Ελληνική Δημοκρατία προσήψε στην Επιτροπή ότι εξήγησε ανεπαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση τους λόγους για τους οποίους η καταβολή αντισταθμιστικών πληρωμών παρέσχε στους οικείους αγρότες πλεονέκτημα όσον αφορά τον ανταγωνισμό το οποίο επηρέαζε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και μπορούσε, ως εκ τούτου, να χαρακτηρισθεί ως κρατική ενίσχυση, παρά τη σοβαρή κρίση που αντιμετώπιζε η ελληνική οικονομία την εποχή εκείνη.

    53      Προβάλλοντας, όμως, το επιχείρημα αυτό, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Ελληνική Δημοκρατία διατύπωσε αιτίαση διαφορετική εκείνης που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως.

    54      Ως εκ τούτου, το επιχείρημα που αντλείται από ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, παραλείποντας να διαπιστώσει ότι οι πληρωμές αντισταθμιστικών ενισχύσεων, στο πλαίσιο της σοβαρής κρίσεως που αντιμετώπιζε η ελληνική οικονομία το 2009, δεν παρείχε στους οικείους αγρότες κάποιο πλεονέκτημα ως προς τον ανταγωνισμό ούτε επηρέαζε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, έχει τον χαρακτήρα νέου επιχειρήματος.

    55      Ως εκ τούτου, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, αν διάδικος είχε τη δυνατότητα να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, τούτο θα συνεπαγόταν τη δυνατότητα των διαδίκων να υποβάλουν στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα στην αναιρετική δίκη είναι περιορισμένη, διαφορά με περιεχόμενο ευρύτερο εκείνης που εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο (βλ., σχετικώς, αποφάσεις Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Alliance One International κ.λπ., C-628/10 P και C‑14/11 P, EU:C:2012:479, σκέψη 111, και Groupe Gascogne κατά Επιτροπής, C‑58/12 P, EU:C:2013:770, σκέψη 35).

    56      Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνο στο μέτρο που, με τον λόγο αυτό, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει κατ’ ουσίαν στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέτασε την αιτίαση που αντλείται από ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως.

    57      Συναφώς, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 38 της παρούσας αποφάσεως, η υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων, την οποία υπέχει το Γενικό Δικαστήριο δεν συνεπάγεται ότι αυτό οφείλει να αναφέρεται διεξοδικά σε όλους κατά σειράν τους συλλογισμούς που διατύπωσαν οι διάδικοι. Συνεπώς, η αιτιολογία μπορεί να συνάγεται εμμέσως, υπό τον όρο να παρέχει στους μεν ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να αντιληφθούν το σκεπτικό στο οποίο στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο, στο δε Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για την άσκηση του εκ μέρους του αναιρετικού ελέγχου (απόφαση Isdin κατά Bial-Portela, C‑597/12 P, EU:C:2013:672, σκέψη 21).

    58      Όπως, όμως, διαπιστώθηκε στη σκέψη 41 της παρούσας αποφάσεως, η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως παρέσχε στους διαδίκους, ιδίως δε στην Ελληνική Δημοκρατία, τη δυνατότητα να αντιληφθούν το σκεπτικό στο οποίο στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο για να διαπιστώσει την ύπαρξη οικονομικού πλεονεκτήματος δυνάμενου να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.

    59      Πρέπει να προστεθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο, εξετάζοντας την αιτίαση που αντλείται από ανεπαρκή αιτιολογία όσον αφορά την προϋπόθεση περί περιορισμού του ανταγωνισμού και επιπτώσεων στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, διευκρίνισε, στη σκέψη 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι «[η] οικονομική κρίση που πλήττει την Ένωση από το 2008 δεν συνιστά περίσταση δυνάμενη να θέσει εν αμφιβόλω το γεγονός ότι ο γεωργικός τομέας είναι εκτεθειμένος σε έντονο ανταγωνισμό εντός της Ένωσης» και ότι «[η] Επιτροπή θέσπισε εξάλλου ειδικούς κανόνες προκειμένου να επιτρέψει ορισμένες κρατικές ενισχύσεις κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσεως, ειδικότερα δε το [ΠΚΠ], το οποίο αποκλείει το ενδεχόμενο να κριθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά ενισχύσεις χορηγούμενες στο πλαίσιο του πρωτογενούς γεωργικού τομέα».

    60      Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.

     Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, σχετικά με πεπλανημένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ και με την υποχρέωση αιτιολογήσεως

     Επί του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, σχετικά με πεπλανημένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ

    –       Επιχειρήματα των διαδίκων

    61      Η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ, καθόσον παρέλειψε να εξετάσει αν η Επιτροπή υπέπεσε, τουλάχιστον, σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως λόγω του ότι δεν δέχθηκε να εφαρμόσει τη διάταξη αυτή παρά τις σοβαρές διαταράξεις της ελληνικής οικονομίας.

    62      Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε, κατά την αναιρεσείουσα, τα επιχειρήματα περί εσφαλμένου περιορισμού, εκ μέρους της Επιτροπής, του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ, δεδομένων των εξαιρετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούσε η ελληνική οικονομία κατά το έτος 2009 και οι οποίες διαφοροποιούνταν από εκείνες που λαμβάνει υπόψη το ΠΚΠ. Το Γενικό Δικαστήριο, στηριζόμενο στο τροποποιηθέν ΠΚΠ, δεν δέχθηκε να εφαρμόσει απευθείας τη διάταξη αυτή, μολονότι υπενθύμισε ότι το κύρος των ανακοινώσεων της Επιτροπής εξαρτάται από το αν αυτές είναι σύμφωνες με τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ.

    63      Κατά την Επιτροπή, η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται εκπροθέσμως τις εξαιρετικές περιστάσεις της οικονομικής κρίσεως στην Ελλάδα κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, οι οποίες δεν αποδείχθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υποστηρίξει βασίμως ενώπιον του Δικαστηρίου ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις αυτές, των οποίων δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να αποφανθεί κατά διαφορετικό τρόπο όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ. Η Επιτροπή αμφισβητεί επίσης το βάσιμο των επιχειρημάτων αυτών.

    –       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

    64      Όσον αφορά το παραδεκτό του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, από τη δικογραφία του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας προκύπτει ότι, προς στήριξη του τετάρτου λόγου ακυρώσεως που είχε προβάλει με την προσφυγή της και με τον οποίο προσήπτε στην Επιτροπή κακή χρήση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει και πεπλανημένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ, η Ελληνική Δημοκρατία προέβαλε αποδεικτικά στοιχεία δυνάμενα, κατά την άποψή της, να αποδείξουν, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη κατά το έτος 2009 σοβαρότατης διαταράξεως της ελληνικής οικονομίας συνολικά.

    65      Κατά συνέπεια, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 32 και 34 των προτάσεών της, μολονότι από τις σκέψεις 185 έως 188 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, εξετάζοντας τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως που προβλήθηκε με την προσφυγή, το Γενικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της υπάρξεως, κατά το έτος 2009, σοβαρότατης διαταράξεως της ελληνικής οικονομίας, η Ελληνική Δημοκρατία μπορεί να υποστηρίξει παραδεκτώς ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απορρίπτοντας την επιχειρηματολογία της περί του ότι η διατάραξη αυτή δικαιολογούσε την εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως.

    66      Επί της ουσίας, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τις σκέψεις 185 έως 188 της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, τα εξής:

    «185      Όσον αφορά τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, επιβάλλεται να διαπιστωθεί ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η Επιτροπή έπρεπε να στηριχθεί στο [ΠΚΠ] κι όχι να εφαρμόσει απευθείας το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ για να εκτιμήσει αν είναι συμβατές οι πληρωμές που κατέβαλε ο ΕΛΓΑ το 2009 λόγω της οικονομικής κρίσεως που έπληττε την Ελλάδα.

    186      Πράγματι, κατά τη νομολογία, θεσπίζοντας κανόνες συμπεριφοράς και αναγγέλλοντας, με τη δημοσίευσή τους, ότι θα τους εφαρμόζει εφεξής στις περιπτώσεις που αφορούν οι κανόνες αυτοί, η Επιτροπή αυτοπεριορίστηκε κατά την άσκηση της οικείας εξουσίας εκτιμήσεως και δεν μπορεί να αποκλίνει από τους κανόνες αυτούς, άλλως υπάρχει ενδεχόμενο να ακυρωθούν οι πράξεις της, λόγω παραβιάσεως γενικών αρχών του δικαίου, όπως είναι η ίση μεταχείριση ή η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (βλ. απόφαση Γερμανία κ.λπ. κατά Kronofrance, [C‑75/05 P και C‑80/05 P, EU:C:2008:482], σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και απόφαση […] Holland Malt κατά Επιτροπής, [C‑464/09 P, EU:C:2010:733], σκέψη 46).

    187      Επομένως, ειδικώς στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή δεσμεύεται από τα πλαίσια που καθορίζει και τις ανακοινώσεις που εκδίδει, εφόσον αυτές δεν αποκλίνουν από τους κανόνες της Συνθήκης (βλ. απόφαση Holland Malt κατά Επιτροπής, [C‑464/09 P, EU:C:2010:733], σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

    188      Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι, λόγω της σοβαρής διαταράξεως της ελληνικής οικονομίας εξαιτίας της οικονομικής κρίσεως που πλήττει την Ελλάδα από τα τέλη του 2008 και κατά το 2009, η Επιτροπή έπρεπε να κρίνει συμβατές τις πληρωμές που κατέβαλε ο ΕΛΓΑ το 2009 απευθείας βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ.»

    67      Κατά το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ, «[δ]ύνανται να θεωρηθούν [συμβατές] με την εσωτερική αγορά […] οι ενισχύσεις για την […] άρση σοβαρής διαταρ[άξεως] της οικονομίας κράτους μέλους».

    68      Όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 159 έως 161 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή διαθέτει, για την εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, η άσκηση της οποίας συνεπάγεται σύνθετες εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως (αποφάσεις Γερμανία κ.λπ. κατά Kronofrance, C‑75/05 P και C‑80/05 P, EU:C:2008:482, σκέψη 59, και Banco Privado Português και Massa Insolvente do Banco Privado Português, C‑667/13, EU:C:2015:151, σκέψη 67).

    69      Επιπλέον, όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 186 και 187 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά πάγια νομολογία προκύπτει επίσης ότι, θεσπίζοντας κανόνες συμπεριφοράς και αναγγέλλοντας, με τη δημοσίευσή τους, ότι θα τους εφαρμόζει εφεξής στις περιπτώσεις που αφορούν οι κανόνες αυτοί, η Επιτροπή αυτοπεριορίζεται κατά την άσκηση της οικείας εξουσίας εκτιμήσεως και δεν μπορεί, καταρχήν, να αποκλίνει από τους κανόνες αυτούς, άλλως υπάρχει ενδεχόμενο να ακυρωθούν οι πράξεις της, λόγω παραβιάσεως γενικών αρχών του δικαίου, όπως είναι η ίση μεταχείριση ή η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (αποφάσεις Holland Malt κατά Επιτροπής, C‑464/09 P, EU:C:2010:733, σκέψη 46, και Banco Privado Português και Massa Insolvente do Banco Privado Português, C‑667/13, EU:C:2015:151, σκέψη 69).

    70      Ωστόσο, ειδικώς στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή δεσμεύεται από τα πλαίσια που καθορίζει, εφόσον αυτά δεν αποκλίνουν από τους κανόνες της Συνθήκης ΛΕΕ, ιδίως δε από το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ (βλ., σχετικώς, απόφαση Holland Malt κατά Επιτροπής, C‑464/09 P, EU:C:2010:733, σκέψη 47), και εφόσον η εφαρμογή τους δεν παραβιάζει τις γενικές αρχές του δικαίου, όπως την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ειδικότερα οσάκις εξαιρετικές περιστάσεις, διαφοροποιούμενες εκείνων που λαμβάνουν υπόψη τα πλαίσια αυτά, χαρακτηρίζουν συγκεκριμένο τομέα της οικονομίας κράτους μέλους.

    71      Κατά συνέπεια, αφενός, η Επιτροπή δεν επιτρέπεται να παραβεί το άρθρο 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, καθορίζοντας πλαίσια κατά πλάνη περί το δίκαιο ή κατά πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, ούτε να παραιτηθεί, ως εκ του καθορισμού τέτοιων πλαισίων, από την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που της παρέχεται βάσει της διατάξεως αυτής. Επομένως, οσάκις κατά την άσκηση αυτή καθορίζει πλαίσια αυτού του είδους, αυτά πρέπει να αποτελούν αντικείμενο διαρκούς ελέγχου προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη κάθε σημαντική εξέλιξη η οποία δεν καλύπτεται από τις πράξεις αυτές.

    72      Αφετέρου, ο καθορισμός των πλαισίων αυτών δεν απαλλάσσει την Επιτροπή από την υποχρέωσή της να εξετάζει τις εξαιρετικές ειδικές συνθήκες τις οποίες επικαλείται κράτος μέλος, σε συγκεκριμένη περίπτωση, για να ζητήσει την απευθείας εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ, και να αιτιολογεί, ενδεχομένως, την άρνησή της να δεχθεί ένα τέτοιο αίτημα.

    73      Δεν αμφισβητείται, εν προκειμένω, ότι, όσον αφορά ακριβώς το κατά πόσον επηρεάζεται ο πρωτογενής γεωργικός τομέας της Ένωσης από την οικονομική κρίση που αντιμετωπίζουν τα κράτη μέλη, ιδίως δε η Ελληνική Δημοκρατία, η Επιτροπή άσκησε την εξουσία της εκτιμήσεως η οποία της παρέχεται βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ εκδίδοντας το ΠΚΠ και το τροποποιηθέν ΠΚΠ, δεδομένου ότι το πρώτο και το δεύτερο μνημονεύουν ρητώς τον τομέα αυτόν.

    74      Επιβάλλεται, όμως, η διαπίστωση ότι, μολονότι η Ελληνική Δημοκρατία επικαλέσθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου την απευθείας εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως, παρά την ύπαρξη των κανόνων συμπεριφοράς που θέτουν το ΠΚΠ και το τροποποιηθέν ΠΚΠ, εντούτοις δεν προέβαλε, προς στήριξη του αιτήματός της, το επιχείρημα ότι συντρέχουν εν προκειμένω εξαιρετικές ειδικές περιστάσεις στον οικείο πρωτογενή γεωργικό τομέα, όπως αυτές που μνημονεύονται στις σκέψεις 70 και 72 της παρούσας αποφάσεως,.

    75      Συγκεκριμένα, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι τα στοιχεία που προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατέτειναν να αποδείξουν την ύπαρξη σοβαρής διαταράξεως της ελληνικής οικονομίας από το τέλος του έτους 2008 και κατά το έτος 2009, πλην όμως δεν μπορούσαν να αποδείξουν επαρκώς από νομικής απόψεως ότι η οικονομία αυτή αντιμετώπιζε εξαιρετικές ειδικές περιστάσεις, βάσει των οποίων η Επιτροπή θα έπρεπε, ενδεχομένως, να εκτιμήσει τις επίμαχες ενισχύσεις απευθείας με γνώμονα το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ.

    76      Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

     Επί του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, σχετικά με την υποχρέωση αιτιολογήσεως

    –       Επιχειρήματα των διαδίκων

    77      Η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέλειψε να αποφανθεί επί των επιχειρημάτων της ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενείχε υπερβολή κατά το μέρος με το οποίο διέτασσε και την ανάκτηση των αντισταθμιστικών ενισχύσεων που συνιστούσαν αποζημιώσεις για την αποκατάσταση πραγματικών ζημιών. Επιπλέον, η κατάσταση του ελληνικού γεωργικού τομέα, ήδη εξαιρετικά δυσχερής κατά τον χρόνο καταβολής των αντισταθμιστικών ενισχύσεων, είχε επιδεινωθεί περαιτέρω κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.

    78      Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που διέτασσε την ανάκτηση των πληρωμών που είχαν καταβληθεί στους αγρότες, ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ και εκείνες του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ] (ΕΕ L 83, σ. 1).

    79      Η Επιτροπή φρονεί ότι τα επιχειρήματα αυτά είναι εντελώς αόριστα, καθόσον δεν προσδιορίζουν επαρκώς την πρωτοδίκως προβληθείσα αιτίαση την οποία υποστηρίζεται ότι δεν εξέτασε το Γενικό Δικαστήριο, και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμα.

    –       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

    80      Αφενός, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε ενδελεχώς τόσο την αιτίαση περί προβαλλομένης παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, η οποία προβλήθηκε στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου της προσφυγής, όσο και εκείνη που αφορά τον υπολογισμό του ύψους των προς ανάκτηση ενισχύσεων, η οποία προβλήθηκε στο πλαίσιο του έκτου λόγου της ιδίας αυτής προσφυγής.

    81      Αφετέρου, η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσδιορίζει με επαρκή ακρίβεια τις λοιπές αιτιάσεις που προέβαλε πρωτοδίκως και τις οποίες δεν εξέτασε το Γενικό Δικαστήριο.

    82      Υπό τις συνθήκες αυτές, το δεύτερο σκέλος πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αβάσιμο και εν μέρει απαράδεκτο.

    83      Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και, συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως εν μέρει απαράδεκτοι και ως εν μέρει αβάσιμοι και εν μέρει.

     Επί των δικαστικών εξόδων

    84      Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων.

    85      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ίδιου αυτού Κανονισμού, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου του 184, παράγραφος 1, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

    86      Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.

    Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:

    1)      Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

    2)      Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

    (υπογραφές)

    πηγή: ekriti.gr | InfoCuria – Νομολογία του Δικαστηρίου